Ένας ιδιοκτήτης κύριας κατοικίας σε οικισμό 1.500 κατοίκων στην Πελοπόννησο, στην Ήπειρο ή στη Θεσσαλία μπορεί από το 2027, εφόσον πληροί τις υπόλοιπες προϋποθέσεις, να απαλλαγεί πλήρως από τον ΕΝΦΙΑ.
Ένας αντίστοιχος ιδιοκτήτης στον Καρελλά, στον Βαρνάβα, στον Κουβαρά, στο Γραμματικό ή ακόμη και σε έναν οικισμό με μερικές δεκάδες κατοίκους στη Λαυρεωτική θα εξακολουθήσει να πληρώνει.
Η βασική διαφορά δεν είναι ο πληθυσμός του χωριού ούτε κατ' ανάγκη η οικονομική κατάσταση του φορολογουμένου: είναι ότι η κατοικία του βρίσκεται διοικητικά στην Περιφέρεια Αττικής.
Και αυτή η λεπτομέρεια δημιουργεί μια εμφανή στρέβλωση για την Ανατολική Αττική. Γιατί πίσω από την εικόνα της «πλούσιας Αττικής» υπάρχουν δεκάδες μικροί οικισμοί όπου άνθρωποι ζουν μόνιμα, έχουν εκεί την κύρια και όχι την παραθεριστική κατοικία τους και ανάμεσά τους υπάρχουν φυσικά νοικοκυριά χαμηλών ή περιορισμένων εισοδημάτων.
Οι δεύτερες και εξοχικές κατοικίες, άλλωστε, δεν αποτελούν αντικείμενο της συγκεκριμένης απαλλαγής ούτως ή άλλως.
Τι ακριβώς ανακοίνωσε η κυβέρνηση
Από το 2027 η πλήρης απαλλαγή από τον ΕΝΦΙΑ επεκτείνεται στις κύριες κατοικίες φυσικών προσώπων που βρίσκονται σε οικισμούς έως 2.000 κατοίκους, ενώ ειδικά στη Δυτική Μακεδονία το όριο φτάνει τους 2.200.
Υπάρχει όμως μία ρητή εξαίρεση: αποκλείονται οι οικισμοί της Περιφέρειας Αττικής, πλην εκείνων της Περιφερειακής Ενότητας Νήσων!
Η απαλλαγή αφορά αποκλειστικά την κύρια κατοικία και όχι εξοχικά, παραθεριστικές ή άλλες δευτερεύουσες ιδιοκτησίες. Προϋπόθεση είναι επίσης η συνολική φορολογητέα αξία του 100% της πλήρους κυριότητας της συγκεκριμένης κατοικίας να μην υπερβαίνει τις 400.000 ευρώ.
Συνεπώς, όταν γίνεται λόγος για κατοίκους της Ανατολικής Αττικής που μένουν εκτός, αναφερόμαστε σε όσους θα πληρούσαν τα υπόλοιπα κριτήρια, αλλά αποκλείονται εξαιτίας της γεωγραφικής εξαίρεσης.
Με τη διεύρυνση του πληθυσμιακού ορίου στους 2.000 κατοίκους, η κυβέρνηση υπολογίζει ότι προστίθενται 131 νέοι οικισμοί και περίπου 62.000 επιπλέον ιδιοκτήτες, ενώ συνολικά η κατάργηση του ΕΝΦΙΑ θα αφορά 12.855 οικισμούς.
Το πρόσθετο κόστος της νέας επέκτασης εκτιμάται στα 8 εκατ. ευρώ ετησίως και το συνολικό κόστος της απαλλαγής στα 86 εκατ. ευρώ.
144 κατοικημένοι οικισμοί της Αν. Αττικής μένουν εκτός
Τα πληθυσμιακά στοιχεία του δημοσιεύματος δεν αποτελούν εκτιμήσεις. Προκύπτουν από τα επίσημα στοιχεία της Απογραφής Πληθυσμού – Κατοικιών 2021 της ΕΛΣΤΑΤ, η οποία έχει δημοσιεύσει τον μόνιμο πληθυσμό μέχρι και το επίπεδο του οικισμού.
Από την επεξεργασία αυτών των στοιχείων προκύπτουν 153 καταγεγραμμένοι οικισμοί στην Ανατολική Αττική με έως 2.000 κατοίκους.
Εννέα εμφανίζονται χωρίς μόνιμο πληθυσμό, οπότε απομένουν 144 πραγματικά κατοικημένοι οικισμοί που βρίσκονται κάτω από το κυβερνητικό πληθυσμιακό όριο.
Και όμως, επειδή βρίσκονται στην Αττική, οι κύριες κατοικίες τους δεν αποκτούν το φορολογικό πλεονέκτημα που προβλέπεται για αντίστοιχους οικισμούς στην υπόλοιπη χώρα.
Μόνιμοι κάτοικοι, όχι απλώς παραθεριστές
Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, επειδή μια εύκολη ανάγνωση της Ανατολικής Αττικής θα μπορούσε να θεωρήσει ότι πολλοί μικροί οικισμοί της είναι απλώς παραθεριστικές περιοχές.
Όμως εδώ μιλάμε για μόνιμο πληθυσμό, όπως ακριβώς τον καταγράφει η ΕΛΣΤΑΤ, δηλαδή για ανθρώπους που έχουν τη συνήθη διαμονή τους στις συγκεκριμένες περιοχές.
Και δεν υπάρχει καν λόγος να συγχέεται το ζήτημα με τις εξοχικές κατοικίες. Η κυβερνητική ρύθμιση ορίζει ρητά ότι ο μηδενικός ΕΝΦΙΑ αφορά μόνο την κύρια κατοικία.
Επομένως, η εξαίρεση της Ανατολικής Αττικής πλήττει και ανθρώπους που ζουν όλο τον χρόνο στους συγκεκριμένους οικισμούς και για τους οποίους το ακίνητο δεν αποτελεί πολυτελή δεύτερη κατοικία αλλά το σπίτι τους.
Ανάμεσα σε αυτούς υπάρχουν ασφαλώς και εργαζόμενοι, συνταξιούχοι και οικογένειες με χαμηλά ή περιορισμένα εισοδήματα.
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία εισοδήματος ανά έναν από τους 144 οικισμούς ώστε να ποσοτικοποιηθεί αυτή η κοινωνική διάσταση, γι' αυτό και θα ήταν λάθος να παρουσιαστούν όλοι ως οικονομικά ασθενείς.
Είναι όμως εξίσου λανθασμένο να αντιμετωπίζονται συλλήβδην ως εύποροι ιδιοκτήτες εξοχικών μόνο και μόνο επειδή κατοικούν στην Αττική.
Καρελλάς και Άγιος Δημήτριος: κάτω από το όριο, αλλά εκτός
Στον Δήμο Κρωπίας το παράδειγμα είναι χαρακτηριστικό. Ο Καρελλάς αριθμεί 1.585 κατοίκους και ο Άγιος Δημήτριος 1.023, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία μόνιμου πληθυσμού της ΕΛΣΤΑΤ. Και οι δύο βρίσκονται καθαρά κάτω από το νέο όριο των 2.000 κατοίκων.
Εάν οι ίδιοι οικισμοί βρίσκονταν σε άλλη Περιφέρεια της χώρας, ο κάτοικος που έχει εκεί την κύρια κατοικία του και πληροί τα υπόλοιπα κριτήρια θα μπορούσε να μηδενίσει τον ΕΝΦΙΑ.
Επειδή όμως πρόκειται για Κορωπί και όχι, για παράδειγμα, για Κορινθία ή Αργολίδα, το φορολογικό αποτέλεσμα αλλάζει.
Βαρνάβας, Γραμματικό και το Σέσι των 21 κατοίκων
Ανάλογη είναι η εικόνα στον Δήμο Μαραθώνος. Ο Άγιος Παντελεήμων έχει 1.471 κατοίκους, το Κάτω Σούλι 1.755, ο Βαρνάβας 1.342, το Γραμματικό 1.297 και ο Νέος Βουτζάς 1.208. Πρόκειται για κανονικούς οικισμούς μόνιμης κατοικίας, όλοι κάτω από το όριο των 2.000.
Υπάρχει όμως και το ακραίο παράδειγμα του Σεσίου, με μόλις 21 μόνιμους κατοίκους. Ακόμη και εκεί, η κύρια κατοικία ενός φορολογουμένου που πληροί όλες τις άλλες προϋποθέσεις δεν απαλλάσσεται. Το Σέσι είναι πολύ μικρό για κάθε πληθυσμιακό μέτρο, αλλά παραμένει φορολογικά πολύ… «Αττική».
Κουβαράς και Θυμάρι: χωριά κάτω από 1.500 και 600 κατοίκους
Στον Δήμο Σαρωνικού ο Κουβαράς αριθμεί 1.341 κατοίκους, ο Νέος Κουβαράς 579 και το Θυμάρι 515. Οι αριθμοί αυτοί απέχουν πολύ ακόμη και από το ανώτατο όριο των 2.000 κατοίκων.
Και εδώ η κυβερνητική εξαίρεση λειτουργεί οριζόντια. Ένας οικισμός 1.900 κατοίκων στην υπόλοιπη Ελλάδα μπορεί να επωφεληθεί από το μέτρο, ενώ το Θυμάρι των 515 όχι.
Όχι επειδή έχει περισσότερο πληθυσμό, αλλά επειδή βρίσκεται στον Δήμο Σαρωνικού και άρα στην Περιφέρεια Αττικής.
Σπάτα – Αρτέμιδα: από 1.089 μέχρι 441 κατοίκους
Το ίδιο παράδοξο εμφανίζεται στον Δήμο Σπάτων – Αρτέμιδος. Η Αγία Κυριακή έχει 1.089 μόνιμους κατοίκους, η Νεάπολη 531, η Χριστούπολη 477 και η Βελανιδιά μόλις 441.
Σε τέτοιες περιπτώσεις γίνεται δύσκολο να υποστηριχθεί ότι το όριο των 2.000 κατοίκων χρησιμοποιείται ως πραγματικό μέτρο μικρότητας ενός οικισμού. Η Βελανιδιά βρίσκεται στο ένα πέμπτο περίπου του ορίου και παρ' όλα αυτά δεν αντιμετωπίζεται όπως ένας πολλαπλάσια μεγαλύτερος οικισμός εκτός Αττικής.
Λαυρεωτική: ίσως η πιο χαρακτηριστική περίπτωση
Η Λαυρεωτική αποτελεί ίσως το ισχυρότερο παράδειγμα της αντίφασης. Από τους 77 οικισμούς που καταγράφονται στον Δήμο, οι 75 βρίσκονται έως τους 2.000 κατοίκους, ενώ 68 από αυτούς έχουν μόνιμο πληθυσμό.
Δηλαδή σχεδόν ολόκληρος ο μικρός οικιστικός χάρτης της περιοχής αποκλείεται συλλήβδην από το μέτρο.
Στη Δημοτική Ενότητα Λαυρεωτικής συναντά κανείς τον Άγιο Γεράσιμο με 290 κατοίκους, την Αγριλέζα με 24, το Άνω Θορικό με 239, το Θορικό με 262, την Κάτω Ποσειδωνία με 337, το Κάτω Σούνιο με 164, τα Λεγρενά με 345 και τον Πάνορμο με 235.
Στον Άγιο Κωνσταντίνο ο ομώνυμος οικισμός αριθμεί περίπου 600 κατοίκους, ενώ οι Εσπερίδες μόλις 70.
Κερατέα: ένας ολόκληρος χάρτης μικρών οικισμών
Γύρω από την Κερατέα η εικόνα είναι ακόμη πιο εντυπωσιακή. Το Καλοπήγαδο έχει 414 κατοίκους, η Πλάκα 538, η Διψέλιζα 206, η Παλιοκαμάριζα 207, η Κακή Θάλασσα 165, το Μαρκάτι 163 και το Πανόραμα Μικρολίμανου 158.
Στην ίδια κατηγορία βρίσκονται η Αγία Μαρίνα Μικρολίμανου με 295 κατοίκους, το Δασκαλειό με 140, το Άνω Δασκαλειό με 139, το Πόρτο Εννιά με 147 και η Συντερίνα με 130.
Είναι δύσκολο να περιγραφούν τέτοιοι οικισμοί ως τμήματα του πυκνού μητροπολιτικού ιστού της Αθήνας μόνο και μόνο επειδή βρίσκονται στα διοικητικά όρια της Περιφέρειας Αττικής.
Όταν ακόμη και 13 κάτοικοι δεν αρκούν
Η Λαυρεωτική διαθέτει και περιπτώσεις που αποκαλύπτουν με τον πιο παραστατικό τρόπο το παράδοξο. Το Φάνωσι αριθμεί 13 μόνιμους κατοίκους, η Φέριζα 14, το Ζάστανο 17, η Αγριλέζα 24, η Τριανταφυλλιά 27, το Ρουμουντί 34, το Δημουλάκι 36, το Ελαιοχώρι 37 και η Ντάρδεζα 39.
Ένας οικισμός 13 κατοίκων στην Ανατολική Αττική δεν μετατρέπεται σε «μεγάλο αστικό κέντρο» επειδή διοικητικά βρίσκεται στην ίδια Περιφέρεια με την Αθήνα.
Κι όμως, στο συγκεκριμένο μέτρο αυτή ακριβώς η διοικητική υπαγωγή είναι αρκετή για να αποκλείσει την κύρια κατοικία του φορολογουμένου από την απαλλαγή.
Ωρωπός: δεκάδες μικροί οικισμοί στην ίδια θέση
Και στον Δήμο Ωρωπού η εξαίρεση αποκτά μεγάλη έκταση, αφού δεκάδες οικισμοί βρίσκονται κάτω από τους 2.000 κατοίκους. Η Μαλακάσα έχει 1.334 κατοίκους, το Πολυδένδρι 1.163, η Σκάλα Ωρωπού 1.082, ο Ωρωπός 1.066 και το Συκάμινο 915.
Πρόκειται για περιοχές με χαρακτηριστικά που σε πολλές περιπτώσεις απέχουν αισθητά από εκείνα της πυκνοδομημένης πρωτεύουσας. Ωστόσο, φορολογικά εντάσσονται στην ίδια ενιαία εξαίρεση με ολόκληρη σχεδόν την Αττική.
Η Ύδρα μέσα, ο Βαρνάβας έξω
Η αντίφαση γίνεται ακόμη πιο έντονη επειδή η ίδια η κυβέρνηση έχει προβλέψει εξαίρεση μέσα στην εξαίρεση της Αττικής.
Οι οικισμοί της Περιφερειακής Ενότητας Νήσων μπορούν να ενταχθούν στο καθεστώς, εφόσον πληρούν το πληθυσμιακό όριο, την ώρα που οι μικροί οικισμοί της Ανατολικής Αττικής μένουν εκτός.
Έτσι μπορεί να ευνοείται ένας δικαιούχος στην Ύδρα, ενώ ο αντίστοιχος φορολογούμενος στον Βαρνάβα των 1.342 κατοίκων, στο Γραμματικό των 1.297, στον Άγιο Δημήτριο Κρωπίας των 1.023 ή σε έναν οικισμό 100 κατοίκων της Λαυρεωτικής συνεχίζει να πληρώνει.
Η σύγκριση δείχνει ότι το κρίσιμο φίλτρο δεν είναι τελικά μόνο το πόσο μικρός είναι ένας τόπος, αλλά σε ποια Περιφερειακή Ενότητα έτυχε να ανήκει.
Φορολογούμενοι δύο ταχυτήτων με μοναδικό σύνορο την Αττική
Εδώ ακριβώς δημιουργείται το αίσθημα μιας μεταχείρισης «πολιτών δεύτερης κατηγορίας». Όχι επειδή όλοι οι κάτοικοι των μικρών οικισμών της Ανατολικής Αττικής είναι φτωχοί ή επειδή η περιοχή δεν διαθέτει και ακριβές κατοικίες, αλλά επειδή το μέτρο αποκλείει οριζόντια ακόμη και μόνιμους κατοίκους μικρών κοινοτήτων οι οποίοι ενδέχεται να έχουν περιορισμένα εισοδήματα και ένα μόνο σπίτι.
Η εξαίρεση δεν διακρίνει τον ιδιοκτήτη μιας πολυτελούς παραθεριστικής κατοικίας από έναν συνταξιούχο ή μια οικογένεια που ζει όλο τον χρόνο σε ένα χωριό της Λαυρεωτικής, του Μαραθώνα ή του Ωρωπού.
Στην πραγματικότητα δεν χρειάζεται καν να το κάνει ως προς τα εξοχικά, αφού αυτά έτσι κι αλλιώς δεν δικαιούνται την απαλλαγή.
Το αποτέλεσμα είναι ότι η γεωγραφική εξαίρεση αγγίζει ακριβώς και εκείνους για τους οποίους μια ελάφρυνση στον ΕΝΦΙΑ της κύριας κατοικίας θα μπορούσε να έχει πραγματική οικονομική σημασία.
Το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί
Κανείς δεν ισχυρίζεται ότι ολόκληρη η Ανατολική Αττική έχει τα ίδια οικονομικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά με ένα απομακρυσμένο ορεινό χωριό.
Αλλά είναι εξίσου δύσκολο να θεωρηθεί ότι το Φάνωσι των 13 κατοίκων, το Σέσι των 21, η Βελανιδιά των 441 ή το Θυμάρι των 515 αποτελούν απλώς διαφορετικές εκδοχές του μητροπολιτικού κέντρου της Αθήνας.
Γι' αυτό το ερώτημα προς την κυβέρνηση είναι συγκεκριμένο: γιατί ένας μόνιμος κάτοικος οικισμού 1.900 κατοίκων στην υπόλοιπη χώρα μπορεί να μηδενίσει τον ΕΝΦΙΑ της κύριας κατοικίας του, ενώ ένας αντίστοιχος κάτοικος οικισμού 1.000, 500, 100 ή ακόμη και 13 κατοίκων στην Ανατολική Αττική όχι;
Όσο η απάντηση εξαντλείται στη διοικητική ένταξη στην Περιφέρεια Αττικής, τόσο θα παραμένει εύλογη η συζήτηση για έναν ΕΝΦΙΑ δύο ταχυτήτων και για μικρές κοινότητες που αντιμετωπίζονται φορολογικά διαφορετικά επειδή βρίσκονται στη «λάθος» πλευρά μιας διοικητικής γραμμής.
























