Υπάρχουν έθιμα που δεν αποτελούν απλώς εικόνες ενός κόσμου που χάθηκε, αλλά κομμάτια της ίδιας της ταυτότητας ενός τόπου.
Στα Μεσόγεια της Αττικής, εκεί όπου η αρβανίτικη παράδοση σφράγισε για αιώνες την καθημερινότητα, τη γλώσσα, τη μουσική και τις συνήθειες των ανθρώπων, η τελευταία νύχτα του Αυγούστου είχε κάποτε έναν ξεχωριστό συμβολισμό.
Ήταν η νύχτα του Σσὶ Μελιέτη, με τις φωτιές, τους κυκλικούς χορούς, το νταούλι και την πίπεζα να συνοδεύουν μια τελετουργία που οι παλαιότεροι συνέδεαν με τον εξαγνισμό, την προστασία και το πέρασμα στον νέο χρόνο.
Ο διακεκριμένος ιστορικός και συγγραφέας, Δρ Κωνσταντίνος Τσοπάνης, ανασύρει μέσα από τις «Αρβανίτικες Ζακόνιες» του όχι μόνο τις μνήμες αυτής της ιδιαίτερης βραδιάς, αλλά και ολόκληρη την ατμόσφαιρα μιας εποχής: τους οργανοπαίκτες, τις φωνές, τους ανθρώπους που πηδούσαν πάνω από τις φωτιές και τη βαθιά πίστη στη δύναμη ενός εθίμου με ρίζες που χάνονται στον χρόνο.
Το κείμενο που ακολουθεί είναι ταυτόχρονα ιστορική μαρτυρία, λαογραφική καταγραφή και μια δυνατή υπενθύμιση ότι η τοπική παράδοση επιβιώνει όσο παραμένει ζωντανή στη συλλογική μνήμη.
Οἱ φωτιὲς τοῦ Σσὶ Μελιέτη
Οἱ τελετουργικὲς καθαρτικὲς πυρὲς τῆς τελευταίας νύχτας τοῦ Αὐγούστου
Ἡ παραδοσιακὴ ἀρβανίτικη ζυγιὰ ὀργάνων εἶχε μόνο νταούλι καὶ πίπεζα. Καὶ φυσικὰ τὸ καλύτερο μουσικὸ ὄργανο ποὺ δὲν εἶναι ἄλλο ἀπὸ τὴ φωνὴ τοῦ ἀνθρώπου. Ἐκεῖνες τίς διονυσιακὲς νύχτες τοῦ Αὐγούστου ποὺ οἱ Ἀρβανῖτες τῶν Μεσογείων ἀποχαιρετοῦσαν τὸ καλοκαίρι πηδῶντας τίς φωτιὲς τοῦ Σσὶ Μελιέτη, Ἀρβανίτη ἁγίου, βαροῦσαν στὸ Μπιζάνι - στὸ παλιὸ σέσσι τοῦ χωριοῦ - τὰ ὄργανα, ὁ Μῆτρο Ρούσσης ὁ τυφλὸς μὲ τὴν πίπεζα κι ὁ Κουβαριώτης ὁ Μίκλιος μὲ τὸ νταούλι.
Κι ὁ Τάκη Πούφης, ὁ Κολιαδήμας, στὸ τραγούδι,ὁ πιὸ γλυκόφωνος τραγουδιστὴς τοῦ χωριοῦ ποὺ ἔτσι κι ἔπιανε τὰ κλέφτικα κι οἱ βρῦσες στὸ Μπιζάνι στερεύανε!
Καὶ μαζί του ἐκεῖνα τὰ νταούλια καὶ οἱ πίπεζες ποὺ ἔβγαζαν ἕναν ἄγριο καὶ μονότονο ἦχο, βαρὺ καὶ μεθυστικό. Τὸ μυαλὸ τοῦ ἀνθρώπου ζαλιζόταν σὰν τὸν ἄκουγε, μελαγχολοῦσε καὶ γοητευόταν. Ἤθελες νὰ πιάσεις τὴν πέτρα καὶ νὰ τὴ σφίξεις μέχρι ποὺ νὰ μουδιάσει τὸ χέρι ἀπὸ τὸν πόνο, νὰ κλάψεις καὶ νὰ φωνάξεις ἀπὸ ἐνθουσιασμὸ μέχρι ποὺ ἡ φωνή σου νὰ φτάσει στὸν οὐρανό.
Τὰ παλιὰ αἵματα ξυπνοῦσαν μέσα σου καὶ ἀναζητοῦσαν τοὺς πρωτόγονους ρυθμούς. Τὴν νύχτα τοῦ Σσὶ Μελιέτη, τελευταία νύχτα τοῦ Αὐγούστου, ἀκούγονταν στὸ σέσσι καὶ τὰ σταυροδρόμια τοῦ χωριοῦ ἦχοι ποὺ προέρχονταν ἀπὸ τὴν προϊστορία τῆς φυλῆς, δεμένοι στὴν ψυχὴ μὲ τοὺς ἀρχαίους σκοποὺς ποὺ τοὺς ξανάφερνε στὴ μνήμη ὁ ἀπόηχος.
Οἱ ἦχοι ἐρέθιζαν τὸ μυαλὸ σὰν τὸ κρασὶ κι ἔκαναν τοὺς χορευτὲς νὰ φωνάζουν ἀπὸ διονυσιακὸ πάθος. Μέσα στὴ θολὴ ψυχή τους ξυπνοῦσαν σκοτεινές, πρωτόγονες νοσταλγίες κι ἐκεῖνοι χόρευαν ἀργὰ καὶ ἀγέλαστα σὲ ἕναν κυκλικὸ χορὸ ποὺ σὰν ρόδα γυρνοῦσε γύρω ἀπὸ τὰ ὄργανα.
Ἕνας - ἕνας πηδοῦσαν τὶς φωτιές τοῦ Σσὶ Μελιέτη, ἄντρες καὶ γυναῖκες, παιδιὰ καὶ γέροι, γιὰ νὰ σβηστοῦν ἀπὸ τὸ κιτάπι τοῦ χάρου, ποὺ ἐκείνη τὴ βραδιά - κατὰ τὴν ὁποίαν , κατὰ τὸ πανάρχαιο σεληνιακὸ ἡμερολόγιο ἄλλαζε ὁ χρόνος - ἔγραφε ποιούς θὰ πάρει τὴ χρονιὰ ποὺ ἐρχόταν. Κι ἡ ἐξαγνιστικὴ πυρὰ ἔσβηνε τὰ ὀνόματα ὅσων πηδοῦσαν ἐπάνω ἀπὸ αὐτήν. Καὶ ξανά, μεθυσμένοι ὡς τὴν τρέλλα χόρευαν πειθαρχημένα ἀκολουθῶντας τὴν τάξη τοῦ ρυθμοῦ ποὺ κυβερνοῦσε τὴν ἔκσταση τους.
Μέσα σὲ αὐτὴ τὴν ἔκσταση κολλοῦσαν στὸ κούτελο τοῦ ὀργανοπαίχτη χαρτονομίσματα καὶ κάποτε μιὰ χρυσῆ λίρα. Κι ἐκεῖνος, θὲς γιὰ νὰ τὴν κρατήσει κολλημένη, θὲς ἀπὸ ἐνθουσιασμό, γυρνοῦσε τὸ κεφάλι πρὸς τὸν οὐρανό, σήκωνε τὴν πίπεζα καὶ μὲ τὰ τυφλὰ μάτια του σα νὰ ἀστράφτουν, ἔπαιζε πιὸ δυνατὰ καὶ πιὸ ἄγρια.
Τὸ βαρὺ χτύπημα τοῦ νταουλιοῦ ἀκουγόταν τότε καὶ στὰ διπλανὰ χωριὰ ἀφοῦ ὁ ἦχος ταξίδευε μέσα στὸν κάμπο σὰν τὸ μπουμπουνητὸ τοῦ οὐρανοῦ. Ὁ ἐλαιῶνας κι ἡ θάλασσα τῶν ἀμπελιῶν ταξίδευαν τὸν διονυσιακὸ ἦχο κι ἔφτανε νὰ ἀκούγεται σὰν ἀπόμακρα λυπητερὰ ἀναφιλητά.
Ἀναμνήσεις ἀπὸ τίς νύχτες τοῦ Σσὶ Μελιέτη. Ἀπὸ τὸ βιβλίο μου: Ἀρβανίτικα Ζακόνια, Τὰ λαογραφικά τῶν Μεσογείων
Στὴ φωτογραφία οἱ Μαρκοπουλιῶτες ὀργανοπαῖκτες Χρῆστος Μαντάλας (στὸ νταούλι) καὶ Τσιλιάμης (στὴν πίπεζα). Ἀπὸ τὴ συλλογὴ τῆς Θεοφανοὺς Σκοπελίτου.
Διότι οἱ Ἀρβανῖτες δὲν πηδοῦσαν τὶς τελετουργικὲς καθαρτικὲς πυρὲς τὴ νύχτα τοῦ Κλύδωνα, ἀλλά τοῦ Σσὶ Μελιέτη! Κάθε τί ἄλλο ἀποτελεῖ ἐγκεντρισμένη μνήμη κι ὕπουλη ἀλλαγὴ πολιτιστικῆς ταυτότητος ἑνὸς ὁλόκληρου πληθυσμοῦ. Ζγκιούανι ὠρὲ Ἀρβανῖτες! Οὐ Ντίχετ! Ξημέρωσε μωρὲ Ἀρβανῖτες, ξυπνᾶτε!
























