Οι έκτακτοι νυχτερινοί ψεκασμοί που πραγματοποιούνται απόψε, Πέμπτη 27 Αυγούστου, σε περιοχές του Δήμου Σπάτων–Αρτέμιδος αποτελούν ένα αναγκαίο μέτρο για τον περιορισμό του πληθυσμού των κουνουπιών που μεταδίδουν τον ιό του Δυτικού Νείλου.
Την ίδια στιγμή όμως, οι επιστημονικές επισημάνσεις διεθνών οργανισμών θέτουν ένα κρίσιμο ερώτημα: πόσο αποτελεσματική μπορεί να είναι μια τέτοια παρέμβαση όταν η κυκλοφορία του ιού έχει ήδη εγκατασταθεί και έχουν καταγραφεί ανθρώπινα κρούσματα;
Η απάντηση δεν είναι ότι οι ψεκασμοί «δεν έχουν πλέον νόημα». Κάθε άλλο. Η στοχευμένη ακμαιοκτονία μπορεί να μειώσει τον αριθμό των ενήλικων μολυσμένων κουνουπιών και, κατά συνέπεια, να περιορίσει τον κίνδυνο νέων μεταδόσεων.
Η επιστημονική βιβλιογραφία όμως υπογραμμίζει ότι η μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα επιτυγχάνεται όταν οι παρεμβάσεις ενεργοποιούνται έγκαιρα, πριν η επιδημιολογική εικόνα αποτυπωθεί σε αυξημένο αριθμό ασθενών.
Από τις 23:00 οι έκτακτοι ψεκασμοί
Σύμφωνα με τη σημερινή ενημέρωση, από τις 23:00 της Πέμπτης έως τις 05:00 της Παρασκευής 28 Αυγούστου θα πραγματοποιηθούν εξειδικευμένες εφαρμογές ακμαιοκτονίας υπέρμικρου όγκου (ULV) στο πλαίσιο των έκτακτων δράσεων αντιμετώπισης του ιού του Δυτικού Νείλου.
Οι παρεμβάσεις αφορούν περιαστικές περιοχές της Αρτέμιδος και τη ζώνη κατά μήκος της οδού Αρίωνος, καθώς και αγροτικές περιοχές των Σπάτων, στην Κιάφα και πλησίον του Διεθνούς Αερολιμένα Αθηνών. Οι εφαρμογές θα γίνουν περιμετρικά και στο οδικό δίκτυο των συγκεκριμένων περιοχών, ενώ εξαιρούνται οι πυκνοκατοικημένες ζώνες υψηλής και συνεχούς δόμησης.
Δεν πρόκειται, μάλιστα, για την πρώτη παρέμβαση του Αυγούστου. Στις 19 Αυγούστου είχε ολοκληρωθεί ο 15ος ψεκασμός στο πλαίσιο του προγράμματος της Περιφέρειας Αττικής, με στοχευμένες δράσεις σε Σπάτα και Αρτέμιδα.
Τι λέει η επιστήμη για την καθυστερημένη παρέμβαση
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι κατευθυντήριες οδηγίες του αμερικανικού CDC για την αντιμετώπιση του ιού του Δυτικού Νείλου.
Το CDC επισημαίνει ότι τα ανθρώπινα κρούσματα αποτελούν, από τη φύση τους, καθυστερημένο δείκτη της πραγματικής μετάδοσης του ιού. Από τη στιγμή που ένας άνθρωπος μολυνθεί μέχρι την εμφάνιση συμπτωμάτων, τη διάγνωση και τελικά την επίσημη δήλωση του περιστατικού μπορεί να περάσουν αρκετές εβδομάδες. Αυτό σημαίνει ότι όταν αρχίζουν να εμφανίζονται αυξημένα κρούσματα, οι μολύνσεις που τα προκάλεσαν έχουν ήδη συμβεί αρκετές ημέρες νωρίτερα.
Γι' αυτό και το CDC δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην εντομολογική επιτήρηση και στην έγκαιρη επέμβαση. Η παρακολούθηση της παρουσίας του ιού στα κουνούπια και σε άλλους ξενιστές μπορεί, σύμφωνα με τις οδηγίες του, να δώσει προειδοποίηση ακόμη και δύο έως τέσσερις εβδομάδες πριν από την εμφάνιση ανθρώπινης νόσησης.
Η πλέον χαρακτηριστική επιστημονική επισήμανση είναι ότι η αναμονή μέχρι να εμφανιστούν πολλά ανθρώπινα περιστατικά μειώνει ουσιαστικά την αξία ενός συστήματος έγκαιρης επιτήρησης. Αντίθετα, η έγκαιρη εφαρμογή ακμαιοκτόνων μπορεί να διακόψει μέρος της αλυσίδας μετάδοσης και να αποτρέψει νέες λοιμώξεις.
Το ECDC προειδοποιεί για την «αντιδραστική» λογική
Ακόμη πιο κοντά στην ευρωπαϊκή πραγματικότητα βρίσκεται έκθεση του Ευρωπαϊκού Κέντρου Πρόληψης και Ελέγχου Νοσημάτων (ECDC).
Το ECDC έχει επισημάνει ότι σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες η εφαρμογή ακμαιοκτονίας ULV ενεργοποιείται όταν πλέον έχουν εμφανιστεί ανθρώπινα κρούσματα. Χαρακτηρίζει αυτή τη λογική ουσιαστικά αντιδραστική, καθώς μέχρι την επιβεβαίωση του πρώτου περιστατικού ο ιός μπορεί ήδη να έχει πολλαπλασιαστεί στους πληθυσμούς πτηνών και κουνουπιών και να είναι πλέον δυσκολότερο και ακριβότερο να περιοριστεί.
Ακριβώς γι' αυτό το ECDC υπογραμμίζει την αξία της εντομολογικής και ζωονοσολογικής επιτήρησης, ώστε οι αρμόδιες αρχές να λαμβάνουν προειδοποιητικά σήματα εβδομάδες πριν από την εμφάνιση ανθρώπινων περιστατικών και να παρεμβαίνουν νωρίτερα.
Ο ένας ψεκασμός δεν αρκεί
Υπάρχει και μία δεύτερη σημαντική επιστημονική παράμετρος. Ανασκόπηση της διεθνούς βιβλιογραφίας για τη διαχείριση του Δυτικού Νείλου επισημαίνει ότι μία μόνο εφαρμογή ακμαιοκτονίας έχει συνήθως παροδικό αποτέλεσμα.
Σε συνθήκες επιδημικής έξαρσης ενδέχεται να απαιτούνται διαδοχικές εφαρμογές ώστε ο πληθυσμός των κουνουπιών να παραμένει αρκετά χαμηλός για χρονικό διάστημα ικανό να επηρεάσει ουσιαστικά τη μετάδοση του ιού. Παράγοντες όπως η βλάστηση, ο άνεμος, η κάλυψη μιας περιοχής και η δυνατότητα του ψεκαστικού νέφους να φτάσει στα σημεία όπου βρίσκονται τα κουνούπια μπορούν επίσης να επηρεάσουν σημαντικά την αποτελεσματικότητα μιας επέμβασης ULV.
Αυτό εξηγεί και γιατί οι επιστημονικοί οργανισμοί δεν αντιμετωπίζουν την έκτακτη ακμαιοκτονία ως μια μεμονωμένη λύση, αλλά ως τμήμα μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής διαχείρισης κουνουπιών, που περιλαμβάνει προνυμφοκτονίες, απομάκρυνση εστιών αναπαραγωγής, συστηματική επιτήρηση, επαναληπτικές παρεμβάσεις όπου χρειάζονται και ενημέρωση των πολιτών.
Οι ψεκασμοί περιορίζουν τον κίνδυνο – δεν γυρίζουν τον χρόνο πίσω
Με αυτά τα δεδομένα, οι αποψινοί ψεκασμοί στα Σπάτα και την Αρτέμιδα είναι επιστημονικά δικαιολογημένοι και μπορούν να συμβάλουν στον περιορισμό νέων μεταδόσεων. Δεν μπορούν όμως να «σβήσουν» μολύνσεις που έχουν ήδη συμβεί, ούτε να αποτρέψουν την εμφάνιση ως κρουσμάτων ανθρώπων που μολύνθηκαν πριν από ημέρες αλλά δεν έχουν ακόμη διαγνωστεί.
Και αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο σημείο: μια ενδεχόμενη αύξηση των κρουσμάτων τις επόμενες ημέρες δεν θα σημαίνει αυτομάτως ότι οι σημερινοί ψεκασμοί απέτυχαν. Μέρος αυτών των περιστατικών μπορεί να αφορά μολύνσεις που είχαν ήδη πραγματοποιηθεί πριν από την εφαρμογή τους.
Το ερώτημα που αναδεικνύεται, συνεπώς, δεν είναι εάν πρέπει να γίνονται οι έκτακτοι ψεκασμοί τώρα. Πρέπει να γίνονται και, ανάλογα με τα αποτελέσματα της επιτήρησης, ενδεχομένως να επαναλαμβάνονται.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι διαφορετικό: αν τα προειδοποιητικά στοιχεία που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε ακόμη εντατικότερη παρέμβαση είχαν εντοπιστεί εγκαίρως και τι έδειχνε η εντομολογική επιτήρηση στην περιοχή πριν η έξαρση γίνει ορατή μέσα από τα ανθρώπινα κρούσματα.
Διότι η διεθνής επιστημονική εμπειρία καταλήγει σε ένα σταθερό συμπέρασμα: στον ιό του Δυτικού Νείλου, οι έκτακτες παρεμβάσεις έχουν αξία, αλλά η καλύτερη άμυνα παραμένει εκείνη που ενεργοποιείται πριν χρειαστεί να γίνει έκτακτη.
























