Ένα ιδιαίτερο έργο τέχνης, βγαλμένο από τα χέρια ενός αυτοδίδακτου δημιουργού που συνέδεσε τη ζωή του με τη Λαυρεωτική, βρίσκεται πλέον σε δημόσια θέα στο Λαύριο, προκαλώντας ενδιαφέρον, συζητήσεις αλλά και αντιδράσεις.
Πρόκειται για το μαρμάρινο γλυπτό του Κλέωνα Καρκανίδη, μια καθιστή γυναικεία μορφή πάνω σε έναν ογκώδη φυσικό βράχο, με το έργο να αντλεί στοιχεία από τη φύση και το θαλάσσιο περιβάλλον της περιοχής.
Πίσω όμως από το άγαλμα υπάρχει μια ιστορία που δύσκολα αποτυπώνεται σε μία φωτογραφία: η ιστορία ενός ανθρώπου που δεν σπούδασε γλυπτική, δεν έκανε την τέχνη επάγγελμα και δεν δημιούργησε για να πουλήσει. Δούλεψε επί χρόνια με το μάρμαρο και στο τέλος επέλεξε να προσφέρει τα έργα του στον τόπο όπου έζησε για δεκαετίες.
Τα στοιχεία για τον δημιουργό, τη διαδρομή του και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες δημιουργήθηκαν και προσφέρθηκαν τα έργα του προέκυψαν από συζήτηση του notioanatolika.gr με τον Αντώνη Μώρογλου, διακεκριμένο μέλος της λαυριακής κοινωνίας και παλαιό αυτοδιοικητικό, με μακρά παρουσία και ουσιαστικές πολιτικές, αυτοδιοικητικές και κοινωνικές παρεμβάσεις στη Λαυρεωτική και όχι μόνο.
Η τοποθέτηση του γλυπτού έγινε το απόγευμα της Δευτέρας και μόνο απλή υπόθεση δεν ήταν. Το συνολικό βάρος του φτάνει τους έξι τόνους, γεγονός που έκανε τη μεταφορά και την εγκατάστασή του μια ιδιαίτερα απαιτητική επιχείρηση, κατά την οποία χρειάστηκε να αντιμετωπιστούν σημαντικές τεχνικές δυσκολίες μέχρι το έργο να πάρει τελικά τη θέση του.
Για την ολοκλήρωσή του, άλλωστε, είχαν προηγηθεί χρόνια δουλειάς. Σύμφωνα με όσα ανέφερε ο Αντώνης Μώρογλου στο notioanatolika.gr, ο Κλέων Καρκανίδης χρειάστηκε περίπου έξι χρόνια για να ολοκληρώσει τη συγκεκριμένη δημιουργία.

Ένας έμπορος που έκανε το μάρμαρο προσωπική του έκφραση
Ο Κλέων Καρκανίδης δεν προέρχεται από τον ακαδημαϊκό χώρο των καλών τεχνών. Είναι αυτοδίδακτος δημιουργός, με επαγγελματική διαδρομή στο εμπόριο και ειδικότερα στη χονδρική διάθεση ειδών οικιακής χρήσης.
Με καταγωγή από τα Μελίσσια αλλά με πολλά χρόνια ζωής στην περιοχή Περιγιάλι, κοντά στο Λαύριο, ανέπτυξε τη γλυπτική μακριά από εκθέσεις και επίσημα εργαστήρια. Δημιουργούσε στον δικό του χώρο, κάτω από το σπίτι του, δουλεύοντας το μάρμαρο ως προσωπική ενασχόληση και πάθος.
Η σχέση του με το φυσικό περιβάλλον της Λαυρεωτικής, το βουνό, τη θάλασσα και το ιδιαίτερο τοπίο της περιοχής αποτυπώθηκε στις δημιουργίες του. Παράλληλα, προσωπικές εμπειρίες και απώλειες, μεταξύ των οποίων και εκείνη της συζύγου του, συνδέθηκαν με την καλλιτεχνική του διαδρομή.
Η θέση της συγκεκριμένης γυναικείας μορφής κοντά στη θάλασσα δεν είναι τυχαία. Η επιθυμία του δημιουργού ήταν το έργο να βρίσκεται σε διάλογο με το θαλάσσιο στοιχείο, μέρος της ίδιας της φυσιογνωμίας του Λαυρίου.
Ιδιαίτερη ήταν και η στιγμή κατά την οποία το έργο επισκέφθηκε ο γιος του Κλέωνα, Γιώργος Καρκανίδης. Βλέποντας πλέον σε δημόσιο χώρο μια δημιουργία πάνω στην οποία ο πατέρας του είχε εργαστεί για χρόνια, δεν έκρυψε τη συγκίνησή του.
Και ίσως αυτή η εικόνα να προσθέτει μία ακόμη διάσταση στο γλυπτό: πέρα από την όποια αισθητική ή καλλιτεχνική αποτίμηση, για την οικογένεια αποτελεί κομμάτι της ζωής και της προσωπικής παρακαταθήκης ενός δικού της ανθρώπου.
Η γυναικεία μορφή και η μεταλλευτική μνήμη του Λαυρίου
Το συγκεκριμένο γλυπτό δεν είναι η μοναδική δημιουργία του Κλέωνα Καρκανίδη που συνδέεται με το Λαύριο.
Ένα ακόμη σημαντικό έργο του είναι μια μεγάλη μαρμάρινη πλάκα με ανάγλυφες παραστάσεις από τη ζωή και την εργασία των μεταλλωρύχων. Πάνω στο μάρμαρο αποτυπώνονται χαρακτηριστικές σκηνές της εξορυκτικής δραστηριότητας, με εργάτες και εργαλεία που παραπέμπουν ευθέως στη μεταλλευτική ιστορία της περιοχής.
Η συγκεκριμένη δημιουργία έχει τοποθετηθεί στον χώρο του πρώην 1ου Δημοτικού Σχολείου, ο οποίος συνδέεται με τα σχέδια ανάδειξης της μεταλλευτικής κληρονομιάς.
Η επιλογή του θέματος μόνο τυχαία δεν μπορεί να θεωρηθεί σε μια πόλη όπως το Λαύριο, της οποίας η νεότερη ιστορία, η ανάπτυξη αλλά και η κοινωνική φυσιογνωμία είναι άρρηκτα δεμένες με τα μεταλλεία και τους ανθρώπους που εργάστηκαν σε αυτά.
Τα έργα του Καρκανίδη παραχωρήθηκαν χωρίς οικονομικό αντάλλαγμα στον Δήμο Λαυρεωτικής. Δεν πρόκειται, δηλαδή, για γλυπτά που παραγγέλθηκαν έναντι αμοιβής, αλλά για δημιουργίες ενός ανθρώπου που αποφάσισε να δωρίσει ένα μέρος της προσωπικής του δουλειάς στον τόπο όπου έζησε.
Και αυτό είναι ένα στοιχείο που οφείλει να συνυπολογίζεται στη δημόσια συζήτηση που ακολούθησε.

Οι αντιδράσεις και η απόσταση ανάμεσα στην κριτική και την απαξίωση
Η εμφάνιση του νέου γλυπτού στον δημόσιο χώρο προκάλεσε, όπως ήταν ίσως αναμενόμενο, διαφορετικές αντιδράσεις.
Υπάρχουν εκείνοι που βλέπουν σε αυτό μια ιδιαίτερη καλλιτεχνική προσθήκη στην πόλη και μια προσωπική προσφορά με αναφορές στο φυσικό περιβάλλον της Λαυρεωτικής. Υπάρχουν και εκείνοι που εκφράζουν ενστάσεις για την αισθητική, τον συμβολισμό ή ακόμη και για την επιλογή της θέσης όπου τοποθετήθηκε.
Μέρος της συζήτησης έφτασε να συνδέσει το νέο έργο ακόμη και με το γνωστό μνημείο της «Μάνας» της Μακρονήσου, παρά το γεγονός ότι πρόκειται για δημιουργίες με διαφορετική αφετηρία, ιστορικό πλαίσιο και συμβολικό περιεχόμενο.
Και εδώ χρειάζεται μια σαφής διάκριση. Η αισθητική κριτική είναι όχι μόνο θεμιτή αλλά και αυτονόητη όταν ένα έργο τέχνης τοποθετείται στον δημόσιο χώρο. Κανένα γλυπτό δεν είναι υποχρεωτικό να αρέσει σε όλους και καμία καλλιτεχνική επιλογή δεν βρίσκεται υπεράνω συζήτησης.
Άλλο όμως η κριτική και άλλο η απαξίωση. Όταν η αρνητική προσέγγιση γυρίζει την πλάτη στην ίδια την τέχνη, στον κόπο που απαιτήθηκε για να δημιουργηθεί ένα έργο και κυρίως στην ανιδιοτελή προσφορά ενός πολίτη προς την πόλη του, τότε προκύπτει ένα διαφορετικό ζήτημα.
Στην προκειμένη περίπτωση μιλάμε για έναν αυτοδίδακτο άνθρωπο που χρειάστηκε περίπου έξι χρόνια για να ολοκληρώσει ένα γλυπτό έξι τόνων και τελικά το προσέφερε χωρίς αντάλλαγμα στον δήμο. Αυτό από μόνο του δεν καθιστά το έργο απρόσβλητο από κριτική. Καθιστά όμως αναγκαίο η κριτική να γίνεται με μέτρο και με γνώση του τι ακριβώς βρίσκεται πίσω από αυτό που βλέπει ο περαστικός.
Γιατί διαφορετικό είναι να πει κάποιος ότι ένα έργο δεν του αρέσει και διαφορετικό να μηδενίσει τον άνθρωπο και την προσφορά που βρίσκονται πίσω από αυτό.
Ίσως, τελικά, αυτή να είναι και η ουσιαστικότερη συζήτηση που μπορεί να προκαλέσει το νέο γλυπτό στο Λαύριο: όχι εάν θα αρέσει σε όλους – κάτι τέτοιο άλλωστε δεν συμβαίνει ποτέ με την τέχνη – αλλά εάν μια τοπική κοινωνία μπορεί να διαφωνεί για την αισθητική χωρίς να απαξιώνει τη δημιουργία και την προσφορά.
Πίσω από τη μαρμάρινη γυναικεία μορφή υπάρχει ένας άνθρωπος που αφιέρωσε χρόνια από τη ζωή του στο μάρμαρο, χωρίς ακαδημαϊκές περγαμηνές και χωρίς να αναζητήσει οικονομικό όφελος.
Και ανεξάρτητα από το πώς θα κρίνει ο καθένας το τελικό αποτέλεσμα, ένα γεγονός παραμένει: ο Κλέων Καρκανίδης επέλεξε να αφήσει στο Λαύριο κάτι δικό του, δουλεμένο επί χρόνια με τα χέρια του και προσφερμένο χωρίς αντάλλαγμα στην πόλη που έγινε κομμάτι της ζωής του.
























