Αλλάζει ο τρόπος με τον οποίο θα αδειοδοτούνται πλέον τα γήπεδα, τα κλειστά γυμναστήρια, τα κολυμβητήρια και γενικότερα οι αθλητικές εγκαταστάσεις σε όλη τη χώρα, άρα και στην Ανατολική Αττική.
Με τη νέα Κοινή Υπουργική Απόφαση, η κυβέρνηση επιχειρεί να βάλει μεγαλύτερη έμφαση στην ασφάλεια των εγκαταστάσεων, ενσωματώνοντας στη διαδικασία αδειοδότησης τα αποτελέσματα του πρωτοβάθμιου προσεισμικού ελέγχου, ενώ θεσπίζει και συγκεκριμένους κανόνες για τις θέσεις θεατών ΑμεΑ.
Το στοιχείο όμως που αναμένεται να προκαλέσει τη μεγαλύτερη συζήτηση δεν αφορά μόνο τις νέες προϋποθέσεις, αλλά το ποιος και με ποια κριτήρια θα αποφασίζει τελικά αν μια αθλητική εγκατάσταση μπορεί να λειτουργήσει.
Δεν αλλάζει ο αρμόδιος, αλλάζει ο τρόπος που αποφασίζει
Οι άδειες λειτουργίας εξακολουθούν να εκδίδονται από τους δήμους και τις Περιφέρειες. Μέχρι εδώ δεν αλλάζει τίποτα.
Αυτό που αλλάζει είναι ότι πλέον κάθε περίπτωση θα εξετάζεται ξεχωριστά. Δεν θα υπάρχει η ίδια αντιμετώπιση για όλες τις εγκαταστάσεις, όπως συνέβαινε συχνά στο παρελθόν με τις προσωρινές άδειες.
Αν μια εγκατάσταση έχει ελλείψεις που δεν σχετίζονται με την ασφάλεια, όπως για παράδειγμα μια διοικητική εκκρεμότητα ή κάποιο πιστοποιητικό που βρίσκεται ήδη στη διαδικασία έκδοσης, ο δήμος ή η Περιφέρεια θα μπορεί να της δώσει προσωρινή άδεια λειτουργίας.
Αν όμως οι ελλείψεις αφορούν την ασφάλεια αθλητών ή θεατών, η αντιμετώπιση θα πρέπει να είναι διαφορετική.
Παράλληλα, ο κάθε δήμος ή η κάθε Περιφέρεια θα αποφασίζει και για πόσο χρονικό διάστημα θα ισχύει η προσωρινή άδεια.
Εδώ αρχίζουν τα ερωτήματα
Σε αυτό ακριβώς το σημείο γεννιέται και ο μεγαλύτερος προβληματισμός. Η νέα ΚΥΑ περιγράφει το γενικό πλαίσιο, όμως δεν φαίνεται να προβλέπει έναν απολύτως ενιαίο «οδηγό» που να λέει με απόλυτη ακρίβεια τι πρέπει να γίνει σε κάθε πιθανή περίπτωση.
Έτσι, ένα σημαντικό μέρος της τελικής απόφασης περνά στην κρίση του κάθε δήμου ή της κάθε Περιφέρειας.
Με απλά λόγια, δύο γήπεδα που έχουν σχεδόν τα ίδια προβλήματα θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν διαφορετικά.
Ένας δήμος μπορεί να θεωρήσει ότι οι εκκρεμότητες δεν επηρεάζουν τη λειτουργία της εγκατάστασης και να δώσει προσωρινή άδεια.
Ένας άλλος μπορεί να κρίνει ότι οι ίδιες εκκρεμότητες είναι σοβαρότερες και να αρνηθεί την αδειοδότηση μέχρι να ολοκληρωθούν όλες οι διαδικασίες. Και οι δύο αποφάσεις ενδέχεται να στηρίζονται στην ίδια νομοθεσία.
Ο κίνδυνος για διαφορετικά «μέτρα και σταθμά»
Στην Ανατολική Αττική υπάρχουν δεκάδες δημοτικά γήπεδα, κλειστά γυμναστήρια και άλλες αθλητικές εγκαταστάσεις, αρκετές από τις οποίες είναι παλαιές και έχουν διαφορετικές ανάγκες ή εκκρεμότητες. Γι' αυτό και το νέο σύστημα αφορά άμεσα όλους τους δήμους της περιοχής.
Το ερώτημα που τίθεται είναι αν όλες αυτές οι εγκαταστάσεις θα αντιμετωπιστούν με τα ίδια ακριβώς κριτήρια ή αν κάθε ΟΤΑ θα εφαρμόσει τη νομοθεσία με τον δικό του τρόπο.
Αν δεν δοθούν σαφείς και κοινές οδηγίες από την Πολιτεία, υπάρχει ο κίνδυνος να δημιουργηθούν διαφορετικά «μέτρα και σταθμά» στην αδειοδότηση των αθλητικών εγκαταστάσεων.
Κάτι τέτοιο δεν σημαίνει ότι οι δήμοι ή οι Περιφέρειες θα ενεργήσουν αυθαίρετα. Σημαίνει όμως ότι η μεγάλη διακριτική ευχέρεια που τους δίνεται μπορεί να οδηγήσει σε διαφορετικές ερμηνείες του ίδιου νόμου.
Αυτό, με τη σειρά του, θα μπορούσε να προκαλέσει αντιδράσεις από αθλητικά σωματεία και πολίτες, αλλά και καταγγελίες ότι παρόμοιες εγκαταστάσεις αντιμετωπίζονται με διαφορετικό τρόπο, ανάλογα με τον δήμο στον οποίο βρίσκονται.
Η επιτυχία της νέας ΚΥΑ θα κριθεί τελικά στην πράξη. Αν εφαρμοστεί με ενιαία και αντικειμενικά κριτήρια, μπορεί να οδηγήσει σε ασφαλέστερες και καλύτερα οργανωμένες αθλητικές εγκαταστάσεις. Αν όμως η εφαρμογή διαφέρει από περιοχή σε περιοχή, τότε ο κίνδυνος για διαφορετικές αποφάσεις και νέες αντιπαραθέσεις θα είναι υπαρκτός.
Την ΚΥΑ υπογράφουν οι υπουργοί Εσωτερικών, Θοδωρής Λιβάνιος, Προστασίας του Πολίτη, Μιχάλης Χρυσοχοϊδης, Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας, Ευάγγελος Τουρνάς, Υποδομών και Μεταφορών, Χρήστος Δήμας, οι αναπληρωτές υπουργοί Υγείας, Ειρήνη Αγαπηδάκη και Αθλητισμού, Γιάννης Βρούτσης και οι υφυπουργοί Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Αθανάσιος Πετραλιάς και Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Μαρία Ελένη Σούκουλη – Βιλιάλη.
























