Νέα διάσταση στην πολύνεκρη τραγωδία της 23ης Ιουλίου 2018 στην Ανατολική Αττική επιχειρεί να δώσει ο Σύλλογος Συγγενών Θανόντων και Εγκαυματιών, ο οποίος προσέφυγε τη Δευτέρα (20/7) στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου, ζητώντας την πλήρη ποινική διερεύνηση κρίσιμων στοιχείων που αφορούν τη διαχείριση, την καταγραφή, την ταυτοποίηση και την ταφή θυμάτων.
Στο επίκεντρο της αναφοράς βρίσκεται, μεταξύ άλλων, χώρος ομαδικής ταφής στο κοιμητήριο Νέας Μάκρης, όπου, σύμφωνα με όσα υποστηρίζει ο Σύλλογος, έχουν ενταφιαστεί αταυτοποίητα ανθρώπινα υπολείμματα, πιθανώς υπολείμματα ήδη ταυτοποιημένων θυμάτων, καθώς και ζωικά κατάλοιπα και άλλα αντικείμενα.
Η αναφορά πρωτοκολλήθηκε στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου και, όπως επισημαίνεται, συνοδεύεται από φάκελο επίσημων εγγράφων και άλλων αποδεικτικών στοιχείων.
Ο Σύλλογος ζητεί τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης και τη διερεύνηση τυχόν ποινικών ή άλλων ευθυνών που μπορεί να προκύψουν.
Τα ερωτήματα για τον ομαδικό τάφο
Ένα από τα πλέον σοβαρά ζητήματα που τίθενται αφορά τον χώρο ταφής στο κοιμητήριο της Νέας Μάκρης.
Οι συγγενείς ζητούν από τις εισαγγελικές αρχές να διερευνήσουν πλήρως τι ακριβώς έχει ενταφιαστεί στο συγκεκριμένο σημείο και εάν ανάμεσα στα ευρήματα βρίσκονται ανθρώπινα υπολείμματα που δεν έχουν ταυτοποιηθεί ή ακόμη και υπολείμματα ανθρώπων των οποίων η ταυτότητα είχε ήδη εξακριβωθεί.
Παράλληλα, ζητείται να εξεταστεί η διαχείριση της σορού γυναίκας που εντοπίστηκε στη θάλασσα μετά την καταστροφική πυρκαγιά, μεταφέρθηκε στο νεκροτομείο Σχιστού και, σύμφωνα με την αναφορά, ενταφιάστηκε έπειτα από σημαντικό χρονικό διάστημα.
Το κρίσιμο ερώτημα που θέτει ο Σύλλογος είναι εάν στην περίπτωση αυτή ακολουθήθηκαν όλες οι προβλεπόμενες διαδικασίες ταυτοποίησης.
Στο μικροσκόπιο οι διαδικασίες ταυτοποίησης
Η αναφορά επεκτείνεται συνολικά στις διαδικασίες ταυτοποίησης και παράδοσης των σορών και των ανθρώπινων υπολειμμάτων στις οικογένειες.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται σε περιστατικά λανθασμένης παράδοσης ανθρώπινων υπολειμμάτων, τα οποία, σύμφωνα με τον Σύλλογο, αναδείχθηκαν κατά τη διάρκεια της ποινικής διαδικασίας.
Οι συγγενείς ζητούν ακόμη να αναζητηθούν και να αξιολογηθούν ψηφιακά αποδεικτικά μέσα, καθώς και κάθε άλλο διαθέσιμο στοιχείο που θα μπορούσε να συμβάλει στην πλήρη διαλεύκανση των συγκεκριμένων πτυχών της υπόθεσης.
Στο πλαίσιο αυτό, ζητούν από τις αρμόδιες εισαγγελικές αρχές να προχωρήσουν σε όλες τις αναγκαίες ανακριτικές ενέργειες καθώς και πραγματογνωμοσύνες, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν υπάρχουν ζητήματα που δεν ερευνήθηκαν επαρκώς τα προηγούμενα χρόνια και εάν από τη νέα έρευνα προκύπτουν ευθύνες.
«Ελάχιστος φόρος τιμής στους νεκρούς»
Ο Σύλλογος ξεκαθαρίζει ότι θέτει στη διάθεση των αρχών όλα τα στοιχεία που διαθέτει, υπογραμμίζοντας ότι στόχος της προσφυγής είναι να δοθούν οριστικές απαντήσεις σε ζητήματα που, κατά την εκτίμησή του, παραμένουν ανοιχτά οκτώ χρόνια μετά την τραγωδία.
«Οι οικογένειες όλων των θυμάτων έχουν δικαίωμα να γνωρίζουν ότι οι οικείοι τους αντιμετωπίστηκαν με τον σεβασμό που επιβάλλει ο νόμος και ότι κάθε κρίσιμο στοιχείο αξιολογήθηκε», τονίζει ο Σύλλογος.
Και καταλήγει με μια φράση που συμπυκνώνει το αίτημα των συγγενών για πλήρη διερεύνηση: «Η πλήρης διαλεύκανση αποτελεί για εμάς ελάχιστο φόρο τιμής που μπορούμε να προσφέρουμε στους νεκρούς. Για την Πολιτεία είναι η ελάχιστη υποχρέωση απέναντι στα θύματα, στις οικογένειές τους και στην ίδια την απονομή της δικαιοσύνης».
























