Η συζήτηση για το ενδεχόμενο μιας τρίτης προεδρικής θητείας του Ντόναλντ Τραμπ έχει επανέλθει δυναμικά στο πολιτικό προσκήνιο των Ηνωμένων Πολιτειών, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις αλλά και πλήθος ερωτημάτων για το τι επιτρέπει τελικά το αμερικανικό Σύνταγμα.
Αφορμή στάθηκαν κατά καιρούς δηλώσεις και υπαινιγμοί του ίδιου του Αμερικανού προέδρου, ο οποίος, ενώ άλλοτε έχει παρουσιάσει το θέμα ως χιούμορ, άλλοτε έχει αφήσει να εννοηθεί ότι ίσως υπάρχουν τρόποι να παραμείνει στην εξουσία και μετά τη λήξη της δεύτερης θητείας του.
Ωστόσο, η συνταγματική πραγματικότητα εμφανίζεται πολύ πιο ξεκάθαρη.
Η 22η Τροπολογία του Συντάγματος των ΗΠΑ, η οποία τέθηκε σε ισχύ το 1951 μετά τις τέσσερις εκλογικές νίκες του Φράνκλιν Ρούζβελτ, προβλέπει ρητά ότι κανένα πρόσωπο δεν μπορεί να εκλεγεί στο αξίωμα του Προέδρου περισσότερες από δύο φορές.
Η διατύπωση αυτή δεν κάνει καμία διάκριση μεταξύ συνεχόμενων και μη συνεχόμενων θητειών. Με απλά λόγια, είτε οι δύο εκλογικές νίκες ακολουθούν η μία την άλλη είτε μεσολαβεί μια άλλη προεδρία, το ανώτατο όριο παραμένει οι δύο εκλογές.
Στην περίπτωση του Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος εξελέγη για πρώτη φορά το 2016 και επανήλθε στον Λευκό Οίκο μετά τη νίκη του το 2024, το όριο αυτό έχει ήδη συμπληρωθεί.
Τα σενάρια που τροφοδοτούν τη συζήτηση
Παρά τη σαφή συνταγματική πρόβλεψη, δεν λείπουν οι θεωρίες που επιχειρούν να εντοπίσουν πιθανά «παράθυρα» στο αμερικανικό συνταγματικό σύστημα.
Το πρώτο και απολύτως νόμιμο σενάριο θα ήταν η τροποποίηση της ίδιας της 22ης Τροπολογίας.
Πρόκειται όμως για μια εξαιρετικά δύσκολη διαδικασία, καθώς απαιτεί πλειοψηφία δύο τρίτων τόσο στη Βουλή των Αντιπροσώπων όσο και στη Γερουσία και στη συνέχεια επικύρωση από τα τρία τέταρτα των Πολιτειών, δηλαδή από 38 συνολικά Πολιτείες.
Αν και έχει κατατεθεί σχετική πρόταση στο Κογκρέσο, οι πιθανότητες να συγκεντρώσει τις απαιτούμενες πλειοψηφίες θεωρούνται εξαιρετικά περιορισμένες.
Το δεύτερο σενάριο, που έχει προκαλέσει ιδιαίτερο ενδιαφέρον στους κύκλους των συνταγματολόγων, αφορά το ενδεχόμενο ένας πρώην δύο φορές εκλεγμένος πρόεδρος να είναι υποψήφιος αντιπρόεδρος, να εκλεγεί και στη συνέχεια να αναλάβει την προεδρία μετά από παραίτηση του εκλεγμένου προέδρου.
Η θεωρία αυτή βασίζεται στο γεγονός ότι η 22η Τροπολογία απαγορεύει την εκλογή ενός προσώπου στην προεδρία περισσότερες από δύο φορές, χωρίς να αναφέρει ρητά την ανάληψη του αξιώματος μέσω της διαδοχής.
Ωστόσο, οι περισσότεροι ειδικοί θεωρούν ότι το σενάριο αυτό προσκρούει στη 12η Τροπολογία, η οποία προβλέπει ότι πρόσωπο που δεν είναι συνταγματικά επιλέξιμο για το αξίωμα του προέδρου δεν μπορεί να εκλεγεί ούτε αντιπρόεδρος. Μέχρι σήμερα, το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ δεν έχει κληθεί να αποφανθεί επί ενός τέτοιου ζητήματος.
Ακόμη πιο απομακρυσμένο θεωρείται το ενδεχόμενο ανάληψης της προεδρίας μέσω της σειράς διαδοχής, για παράδειγμα από τη θέση του Προέδρου της Βουλής των Αντιπροσώπων, καθώς και αυτό θα οδηγούσε σχεδόν βέβαια σε άμεση δικαστική αμφισβήτηση.
Οι διεθνείς συγκρίσεις
Η συζήτηση στις Ηνωμένες Πολιτείες έχει οδηγήσει αρκετούς αναλυτές να κάνουν συγκρίσεις με χώρες όπως η Ρωσία και η Τουρκία, όπου οι συνταγματικές αλλαγές επέτρεψαν στους ηγέτες τους να παραμείνουν για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα στην εξουσία.
Στη Ρωσία, ο Βλαντίμιρ Πούτιν πέτυχε το 2020 την έγκριση συνταγματικής αναθεώρησης που ουσιαστικά «μηδένισε» τον αριθμό των προηγούμενων προεδρικών θητειών του, δίνοντάς του τη δυνατότητα να είναι εκ νέου υποψήφιος και να παραμείνει στην προεδρία έως το 2036.
Στην Τουρκία, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν ωφελήθηκε από τη συνταγματική μεταρρύθμιση του 2017, με την οποία η χώρα πέρασε από κοινοβουλευτικό σε προεδρικό σύστημα.
Η αλλαγή αυτή αντιμετωπίστηκε από την κυβέρνηση ως ένα νέο συνταγματικό πλαίσιο, γεγονός που επέτρεψε στον Ερντογάν να διεκδικήσει εκ νέου την προεδρία.
Παράλληλα, το ίδιο το τουρκικό Σύνταγμα προβλέπει ότι, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, όπως η προκήρυξη πρόωρων εκλογών κατά τη διάρκεια της δεύτερης θητείας, μπορεί να ανοίξει ο δρόμος για ακόμη μία υποψηφιότητα.
Ωστόσο, η περίπτωση των Ηνωμένων Πολιτειών διαφέρει σημαντικά. Το αμερικανικό Σύνταγμα είναι από τα δυσκολότερα στον κόσμο ως προς την αναθεώρησή του, καθώς απαιτεί εξαιρετικά ευρεία διακομματική και διαπολιτειακή συναίνεση.
Αυτός είναι και ο βασικός λόγος για τον οποίο η συντριπτική πλειονότητα των Αμερικανών συνταγματολόγων θεωρεί εξαιρετικά απίθανη μια τροποποίηση που θα επέτρεπε σε έναν πρόεδρο, ακόμη και στον Ντόναλντ Τραμπ, να διεκδικήσει τρίτη εκλογή.
Γιατί συνεχίζεται η συζήτηση
Παρά το γεγονός ότι η συνταγματική απάντηση θεωρείται από τη μεγάλη πλειονότητα των ειδικών σαφής, το θέμα εξακολουθεί να απασχολεί την αμερικανική πολιτική σκηνή.
Πολλοί αναλυτές εκτιμούν ότι οι σχετικές αναφορές του Ντόναλντ Τραμπ εξυπηρετούν κυρίως πολιτικούς σκοπούς, διατηρώντας τον ίδιο στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης, ενισχύοντας την επιρροή του στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα και αποτρέποντας την πρόωρη ανάδειξη πιθανών διαδόχων.
Σε κάθε περίπτωση, με το ισχύον συνταγματικό καθεστώς των Ηνωμένων Πολιτειών, ένας πρόεδρος που έχει ήδη εκλεγεί δύο φορές δεν μπορεί να διεκδικήσει τρίτη εκλογή.
Οποιαδήποτε διαφορετική εξέλιξη θα προϋπέθετε είτε την αλλαγή του ίδιου του Συντάγματος είτε μια πρωτοφανή δικαστική ερμηνεία, η οποία θα δοκίμαζε τα όρια του αμερικανικού πολιτειακού συστήματος.
























