Καιρός σήμερα και πρόγνωση καιρού για κάθε περιοχή

Για ακόμη ένα καλοκαίρι, η Ελλάδα βρέθηκε αντιμέτωπη με μια πυρκαγιά που ξεπέρασε κάθε έννοια ενός «μεγάλου» συμβάντος.

Η φωτιά που ξεκίνησε στη Βοιωτία, διέσχισε τον Κιθαιρώνα και έφτασε μέχρι τη Δυτική Αττική, αφήνοντας πίσω της - σύμφωνα με τα πρώτα στοιχεία του Copernicus - περισσότερα από 130.000 καμένα στρέμματα, δεν αποτελεί απλώς μία ακόμη δύσκολη επιχείρηση κατάσβεσης.

Αποτελεί ακόμη έναν κρίκο σε μια αλυσίδα καταστροφών που τα τελευταία χρόνια δείχνει ότι η χώρα έχει περάσει οριστικά στην εποχή των megafires, των πυρκαγιών δηλαδή που χαρακτηρίζονται από ακραία συμπεριφορά, τεράστια καμένη έκταση, μεγάλη διάρκεια και μέτωπα δεκάδων χιλιομέτρων.

Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν οι πυροσβέστες, οι πιλότοι, οι εθελοντές και τα στελέχη της Πολιτικής Προστασίας έδωσαν για ακόμη μία φορά τον καλύτερό τους εαυτό.

Αυτό είναι αυτονόητο και αποτυπώθηκε στο πεδίο. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν το ίδιο μπορεί να ειπωθεί και για τη συνολική στρατηγική της χώρας απέναντι στις δασικές πυρκαγιές.

Από την Εύβοια στον Έβρο και από τον Βαρνάβα στη Βοιωτία

Αν κάποιος κοιτάξει ψύχραιμα την τελευταία εξαετία, θα διαπιστώσει ότι η φετινή καταστροφή δεν είναι ένα μεμονωμένο γεγονός.

Το 2021 η Βόρεια Εύβοια έχασε περισσότερα από 500.000 στρέμματα δάσους σε μια πυρκαγιά που έκαιγε επί ημέρες.

Το 2023 ο Έβρος και η Δαδιά βρέθηκαν στο επίκεντρο της μεγαλύτερης πυρκαγιάς που έχει καταγραφεί ποτέ στην Ευρωπαϊκή Ένωση από τότε που υπάρχουν δορυφορικές αποτυπώσεις, με περισσότερα από 930.000 καμένα στρέμματα. Την ίδια χρονιά η Ρόδος γνώρισε μια ακόμη megafire, με περίπου 175.000 καμένα στρέμματα και τη μεγαλύτερη οργανωμένη εκκένωση τουριστών στην ιστορία της χώρας.

Το 2024 η φωτιά του Βαρνάβα διένυσε περίπου 35 έως 40 χιλιόμετρα, φτάνοντας μέχρι το Πάτημα Χαλανδρίου και κατακαίγοντας περίπου 100.000 στρέμματα.

Και τώρα η Βοιωτία προστέθηκε σε αυτή τη λίστα, με μια πυρκαγιά που κινήθηκε περίπου 45 χιλιόμετρα μέσα σε λίγες ώρες και ξεπέρασε ήδη τα 130.000 στρέμματα.

Πέντε πυρκαγιές με χαρακτηριστικά megafire μέσα σε έξι χρόνια δεν μπορούν πλέον να θεωρηθούν ούτε ατυχείς συγκυρίες ούτε σπάνιες εξαιρέσεις. Συνθέτουν μια νέα πραγματικότητα, την οποία η χώρα οφείλει να αντιμετωπίσει ως τέτοια.

Οι φωτιές αλλάζουν. Άλλαξε όμως και η φιλοσοφία;

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο κρατικός μηχανισμός έχει κάνει βήματα τα τελευταία χρόνια.

Η χρήση των drones έχει επεκταθεί, τα δορυφορικά δεδομένα αξιοποιούνται περισσότερο, το 112 έχει εξελιχθεί σε πολύτιμο εργαλείο έγκαιρης προειδοποίησης, η προληπτική ανάπτυξη δυνάμεων σε ημέρες ακραίου κινδύνου είναι σαφώς πιο οργανωμένη και τα εναέρια μέσα ενεργοποιούνται ταχύτερα σε σχέση με το παρελθόν. Θα ήταν άδικο να ισχυριστεί κανείς ότι τίποτα δεν έχει αλλάξει.

Το ερώτημα όμως δεν είναι αν έγιναν βελτιώσεις. Το ερώτημα είναι αν αυτές οι βελτιώσεις αρκούν απέναντι σε έναν τύπο πυρκαγιάς που εξελίσσεται πολύ πιο γρήγορα από ό,τι πριν από δέκα ή είκοσι χρόνια.

Γιατί όλες σχεδόν οι μεγάλες πυρκαγιές της τελευταίας εξαετίας παρουσιάζουν τα ίδια χαρακτηριστικά: θυελλώδεις άνεμοι, εξαιρετικά ξηρή καύσιμη ύλη, συνεχείς κηλιδώσεις, νυχτερινή εξάπλωση και μέτωπα που διανύουν δεκάδες χιλιόμετρα χωρίς να μπορούν εύκολα να ανακοπούν.

Αν αυτό είναι πλέον το νέο πρόσωπο των δασικών πυρκαγιών, τότε είναι εύλογο να αναρωτηθεί κανείς αν εξακολουθούμε να επενδύουμε κυρίως στην αντιμετώπισή τους αφού εξελιχθούν σε καταστροφές, αντί να αναδιαμορφώνουμε συνολικά τον τρόπο με τον οποίο επιχειρούμε να αποτρέψουμε αυτή την εξέλιξη.

Το κράτος εξακολουθεί να μετρά κυρίως τα μέσα της καταστολής

Μετά από κάθε μεγάλη πυρκαγιά, η δημόσια συζήτηση περιστρέφεται σχεδόν αποκλειστικά γύρω από τους ίδιους αριθμούς: πόσα Canadair πέταξαν, πόσα ελικόπτερα συμμετείχαν, πόσοι πυροσβέστες κινητοποιήθηκαν, πόσες υδροφόρες αναπτύχθηκαν και πόσα μηνύματα του 112 στάλθηκαν.

Όλα αυτά είναι κρίσιμα στοιχεία, γιατί αποτυπώνουν το μέγεθος της μάχης που δόθηκε. Δεν απαντούν όμως στο βασικό ερώτημα: θα μπορούσε αυτή η μάχη να είχε δοθεί όταν η φωτιά ήταν ακόμη περιορισμένη;

Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι στις πυρκαγιές ακραίας συμπεριφοράς η πρώτη ώρα είναι καθοριστική, αλλά εξίσου καθοριστικά είναι όσα έχουν προηγηθεί μήνες πριν.

Η διαχείριση της καύσιμης ύλης, η κατάσταση των δασικών δρόμων, οι αντιπυρικές ζώνες, η επιτήρηση των περιοχών υψηλού κινδύνου και η συνολική διαχείριση του δασικού τοπίου είναι παράγοντες που επηρεάζουν άμεσα την εξέλιξη μιας πυρκαγιάς.

Σε αυτά τα πεδία, διεθνείς αξιολογήσεις για την Ελλάδα εξακολουθούν να επισημαίνουν ότι απαιτείται μεγαλύτερη έμφαση και καλύτερος συντονισμός.

Το ζητούμενο, με άλλα λόγια, δεν είναι μόνο να έχουμε περισσότερα μέσα κατάσβεσης, αλλά να φτάνουμε όσο το δυνατόν πιο σπάνια στο σημείο να τα χρειαζόμαστε όλα μαζί.

Η πολιτική ευθύνη αρχίζει πολύ πριν απογειωθεί το πρώτο Canadair

Σε κάθε μεγάλη καταστροφή υπάρχει ο πειρασμός να προσωποποιείται η ευθύνη. Όμως η συζήτηση δεν αφορά τον πυροσβέστη που βρέθηκε μέσα στις φλόγες ούτε τον πιλότο που επιχείρησε με ανέμους οκτώ και εννέα μποφόρ.

Η συζήτηση αφορά εκείνους που σχεδιάζουν τη στρατηγική της χώρας. Γιατί η αντιπυρική πολιτική δεν κρίνεται την ημέρα που ξεσπά η φωτιά.

Κρίνεται μήνες πριν, όταν λαμβάνονται οι αποφάσεις για τη διαχείριση των δασών, για τις προτεραιότητες της πρόληψης, για την κατανομή των πόρων και για το αν τα συμπεράσματα της προηγούμενης καταστροφής μετατρέπονται σε μόνιμες αλλαγές ή παραμένουν σε εκθέσεις και παρουσιάσεις.

Δεν είναι ρεαλιστικό να υποστηρίξει κανείς ότι οποιαδήποτε κυβέρνηση μπορεί να αποτρέψει όλες τις μεγάλες πυρκαγιές.

Είναι όμως απολύτως θεμιτό να ζητήσει να αποδεικνύει, μετά από κάθε καταστροφή, ότι ο μηχανισμός μαθαίνει και προσαρμόζεται.

Και αυτό δεν αφορά μόνο τη σημερινή κυβέρνηση. Αφορά όλες τις κυβερνήσεις που διαχειρίστηκαν την αντιπυρική προστασία τις τελευταίες δεκαετίες.

Το πραγματικό δίδαγμα των πέντε megafires

Η Ελλάδα δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπίζει τις megafires ως έκτακτα περιστατικά. Αποτελούν πλέον μέρος μιας νέας κανονικότητας, η οποία διαμορφώνεται από την κλιματική αλλαγή, τη συσσώρευση καύσιμης ύλης και τις ολοένα συχνότερες ακραίες πυρομετεωρολογικές συνθήκες.

Αν η πραγματικότητα αυτή έχει αλλάξει τόσο ριζικά, τότε οφείλει να αλλάξει με την ίδια ταχύτητα και η φιλοσοφία της αντιπυρικής προστασίας.

Ίσως, τελικά, το μεγαλύτερο ερώτημα που αφήνει πίσω της η φωτιά της Βοιωτίας και της Δυτικής Αττικής να μην είναι πόσα εναέρια μέσα σηκώθηκαν ή πόσοι πυροσβέστες επιχειρούσαν.

Το πραγματικό ερώτημα είναι αν, μετά από πέντε megafires μέσα σε έξι χρόνια, η Ελλάδα εξακολουθεί να βελτιώνει τα εργαλεία με τα οποία σβήνει τις πυρκαγιές ή αν έχει αρχίσει πραγματικά να αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο προσπαθεί να μην εξελιχθούν ποτέ σε τέτοιες καταστροφές. Αυτό είναι το ερώτημα στο οποίο η Πολιτεία καλείται πλέον να δώσει πειστικές απαντήσεις.

Περιφέρεια

Αυτοδιοίκηση

Αθλητικά

Πολιτισμός

Παραπολιτικα

Υγεία Επιστήμη

Τετράποδες Ιστορίες

Καιρός

notioanatolika.gr