Σε μια χρονιά-ρεκόρ για την ελληνική κρουαζιέρα, η συζήτηση για το «τέλος επιβατών» επανέρχεται με ένταση, καθώς ο κλάδος προειδοποιεί ότι χωρίς στρατηγική και ουσιαστική ανταποδοτικότητα το μέτρο ενδέχεται να λειτουργήσει ανασταλτικά για τη βιώσιμη ανάπτυξη.
Έλλειψη στρατηγικής και στρεβλώσεις
Η Ένωση Εφοπλιστών Κρουαζιέρας επισημαίνει την απουσία ενιαίου εθνικού σχεδιασμού και σαφούς θεσμικού πλαισίου που να διασφαλίζει ότι μέρος των εσόδων θα επιστρέφει οργανωμένα στον ίδιο τον κλάδο, μέσω επενδύσεων σε λιμενικές υποδομές και υπηρεσίες.
Παρότι τα έσοδα από το τέλος κατανέμονται, βάσει κυβερνητικής απόφασης, σε δήμους και στα υπουργεία Ναυτιλίας και Τουρισμού, οι ανισότητες και οι στρεβλώσεις στο σύστημα εγείρουν σοβαρά ερωτήματα για τη δυνατότητα ανάπτυξης νέων λιμένων πέρα από τους ήδη κορεσμένους προορισμούς.
Το Λαύριο ως ανερχόμενο homeport
Στο πλαίσιο της ανάγκης για γεωγραφική «διάχυση» της κρουαζιέρας, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το λιμάνι του Λαυρίου.
Η εγγύτητά του με το αεροδρόμιο «Ελευθέριος Βενιζέλος» και η στρατηγική του θέση στην Αττική το καθιστούν ανταγωνιστικό υποψήφιο homeport, δηλαδή λιμάνι επιβίβασης και αποβίβασης επιβατών κρουαζιέρας.
Το Λαύριο έχει χαρακτηριστεί λιμάνι εθνικής σημασίας, με δυνατότητα υποδοχής πλοίων έως 220 μέτρα, λειτουργώντας συμπληρωματικά στο λιμενικό σύστημα της Αττικής και παρέχοντας βασικές υπηρεσίες και υποδομές για την κρουαζιέρα.
Τα στοιχεία ενισχύουν αυτή τη δυναμική: το 2025 καταγράφηκαν περίπου 158 αφίξεις πλοίων και 195.000 επιβάτες, ενώ για το 2026 οι προσεγγίσεις αναμένεται να ξεπεράσουν τις 250.
Η δημοτική αρχή υπό τον Δημήτρη Λουκά εμφανίζεται να αναγνωρίζει τα πολλαπλασιαστικά οφέλη για την τοπική κοινωνία – από την ενίσχυση της οικονομικής δραστηριότητας έως τη δημιουργία θέσεων εργασίας και την ανάδειξη της πολιτιστικής ταυτότητας της περιοχής.
Η συνεργασία με επενδυτές για την ανάπτυξη του λιμανιού και τη βελτίωση των υπηρεσιών επιβεβαιώνει τη στόχευση για μια πιο βιώσιμη ενίσχυση της κρουαζιέρας στο Λαύριο.
Το αμφιλεγόμενο τέλος επιβατών
Στο επίκεντρο όλων αυτών βρίσκεται το ίδιο το τέλος επιβατών. Πρόκειται για ποσό που επιβάλλεται ανά επιβάτη σε κάθε προσέγγιση κρουαζιερόπλοιου, με σκοπό –τουλάχιστον θεωρητικά– τη στήριξη των τοπικών υποδομών και την αντιστάθμιση της τουριστικής επιβάρυνσης.
Στην πράξη, όμως, η εφαρμογή του μέτρου προκάλεσε αντιδράσεις: οι εταιρείες κάνουν λόγο για αιφνιδιασμό, δυσανάλογο κόστος και έλλειψη διασφάλισης ότι τα έσοδα επιστρέφουν στις περιοχές και τα λιμάνια που τα παράγουν.
Το ισχύον σύστημα προβλέπει τέλος 20 ευρώ για Μύκονο και Σαντορίνη και 5 ευρώ για τους υπόλοιπους προορισμούς κατά την υψηλή περίοδο, με χαμηλότερες χρεώσεις εκτός αιχμής.
Έτσι, αντί να λειτουργεί ως εργαλείο στρατηγικής διαχείρισης και βιώσιμης ανάπτυξης, το τέλος επιβατών κινδυνεύει να εκληφθεί ως ακόμη ένα αποσπασματικό φορολογικό μέτρο – τη στιγμή που λιμάνια με αναπτυξιακές δυνατότητες, όπως το Λαύριο, αναζητούν σταθερό πλαίσιο και στοχευμένη στήριξη για να αξιοποιήσουν πλήρως τη δυναμική τους.
























