Οι απόψεις που βλέπουν το τελευταίο διάστημα το φως της δημοσιότητας για πιθανή αξιοποίηση πυροσβεστικών drones στην Ελλάδα ανοίγουν μια ενδιαφέρουσα συζήτηση για τη νέα γενιά μέσων αντιμετώπισης των δασικών πυρκαγιών.
Η ιδέα είναι απλή: ένα μη επανδρωμένο αεροσκάφος να μπορεί όχι μόνο να εντοπίζει μια φωτιά, αλλά και να μεταφέρει νερό, αφρό ή άλλο κατασβεστικό υλικό και να πραγματοποιεί την πρώτη επέμβαση, ακόμη και σε σημεία όπου ένα πυροσβεστικό όχημα δυσκολεύεται να φτάσει.
Για την Ελλάδα, με τους ορεινούς όγκους, τις χαράδρες, τα νησιά και τις συχνά δύσβατες δασικές εκτάσεις, μια τέτοια δυνατότητα είναι εκ πρώτης όψεως ιδιαίτερα ελκυστική.
Το πραγματικό ερώτημα, όμως, είναι άλλο: πόσο κοστίζουν αυτά τα συστήματα, πόσο αποτελεσματικά μπορούν να είναι και τι γίνεται όταν η φωτιά συνοδεύεται από ανέμους 8 και 9 μποφόρ;
Περίπου 70.000 ευρώ για ένα βαρύ drone
Στη διεθνή αγορά υπάρχουν ήδη βαρέα drones σχεδιασμένα για πυρόσβεση, με δυνατότητα μεταφοράς κατασβεστικού φορτίου που μπορεί να φτάσει περίπου τα 100 κιλά.
Οι τιμές ορισμένων τέτοιων συστημάτων κινούνται γύρω στις 70.000 ευρώ ανά μονάδα, χωρίς σε αυτό το ποσό να περιλαμβάνεται απαραίτητα όλο το επιχειρησιακό πακέτο.
Έτσι, πέντε τέτοια drones θα κόστιζαν περίπου 350.000 ευρώ μόνο για την αγορά τους, ενώ δέκα περίπου 700.000 ευρώ.
Στην πραγματικότητα, βέβαια, απαιτούνται περισσότερα: μπαταρίες, σταθμοί φόρτισης, ανταλλακτικά, κατασβεστικά υλικά, εκπαίδευση, χειριστές, συστήματα επικοινωνιών και κυρίως ασφαλής ένταξη των drones στον εναέριο χώρο όπου μπορεί να επιχειρούν ταυτόχρονα αεροσκάφη και ελικόπτερα.
Παρά ταύτα, το κόστος παραμένει σαφώς χαμηλότερο από εκείνο των μεγάλων εναέριων μέσων.
Δεν είναι μικρά Canadair
Εδώ χρειάζεται μια βασική διευκρίνιση. Τα πυροσβεστικά drones δεν μπορούν να συγκριθούν με τα αεροσκάφη ή τα μεγάλα ελικόπτερα ως προς την ποσότητα νερού που μεταφέρουν.
Ένα μεγάλο ελικόπτερο μπορεί να μεταφέρει περίπου 2.500 έως 3.000 λίτρα νερού, ενώ ένα μεγάλο πυροσβεστικό αεροσκάφος μπορεί να ρίξει αρκετές χιλιάδες λίτρα σε μία μόνο διέλευση.
Απέναντι σε αυτά τα μεγέθη, τα περίπου 100 κιλά φορτίου ενός drone είναι ελάχιστα.
Αν λοιπόν η πυρκαγιά έχει ήδη αποκτήσει μεγάλο μέτωπο, τα drones δεν μπορούν να την αντιμετωπίσουν μόνα τους. Ο ρόλος τους είναι διαφορετικός.
Η αξία βρίσκεται στα πρώτα λεπτά
Το μεγάλο πλεονέκτημα ενός πυροσβεστικού drone δεν είναι η ποσότητα νερού που μεταφέρει αλλά ο χρόνος που μπορεί να κερδίσει.
100 λίτρα πάνω σε μια μεγάλη φωτιά δεν σημαίνουν σχεδόν τίποτα. Τα ίδια 100 λίτρα, όμως, πάνω σε μια μικρή εστία λίγα λεπτά μετά την έναρξή της μπορεί να είναι αρκετά για να τη συγκρατήσουν ή ακόμη και να τη σβήσουν. Αυτό είναι και το βασικό οικονομικό επιχείρημα.
Το ερώτημα δεν είναι αν ένα drone των 70.000 ευρώ μπορεί να αντικαταστήσει ένα Canadair. Δεν μπορεί.
Το ερώτημα είναι αν ένα δίκτυο τέτοιων drones μπορεί να προλάβει μερικές φωτιές πριν χρειαστούν Canadair, ελικόπτερα, δεκάδες οχήματα και εκατοντάδες πυροσβέστες. Εκεί αλλάζει εντελώς η σχέση κόστους και αποτελεσματικότητας.
Μικρές βάσεις κοντά στις επικίνδυνες περιοχές
Ένα μοντέλο που θα μπορούσε να εξεταστεί στην Ελλάδα είναι η δημιουργία μικρών τοπικών βάσεων με βαρέα drones κοντά σε περιοχές υψηλού κινδύνου. Κάμερες, θερμικοί αισθητήρες ή άλλα συστήματα έγκαιρης ανίχνευσης θα μπορούσαν να εντοπίζουν γρήγορα μια νέα εστία.
Το drone θα απογειωνόταν άμεσα, θα έδινε εικόνα στο κέντρο επιχειρήσεων και θα μπορούσε να πραγματοποιήσει την πρώτη ρίψη μέχρι να φτάσουν οι επίγειες δυνάμεις. Με αυτό τον τρόπο δεν θα αντικαθιστούσε την Πυροσβεστική. Θα λειτουργούσε ως το μέσο που φτάνει πρώτο.
Το μεγάλο πρόβλημα των 8 και 9 μποφόρ
Εδώ όμως βρίσκεται και ο σημαντικότερος περιορισμός για την ελληνική πραγματικότητα. Οι μεγάλες πυρκαγιές στη χώρα μας συχνά συμπίπτουν με πολύ ισχυρούς ανέμους.
Τα 8 μποφόρ αντιστοιχούν περίπου σε 62 έως 74 χιλιόμετρα την ώρα, ενώ τα 9 μποφόρ περίπου σε 75 έως 88 χιλιόμετρα την ώρα.
Σε ακραίες περιπτώσεις οι ριπές μπορεί να ξεπεράσουν τα 100 χιλιόμετρα και να φτάσουν ακόμη και τα 120 ή 130 χλμ./ώρα.
Σε αυτές τις συνθήκες τα περισσότερα σημερινά βαρέα drones αντιμετωπίζουν σοβαρούς περιορισμούς.
Υπάρχουν τύποι για τους οποίους οι κατασκευαστές δηλώνουν αντοχή ακόμη και σε πολύ ισχυρούς ανέμους. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι μπορούν να πραγματοποιούν αποτελεσματική κατάσβεση.
Άλλο πράγμα είναι ένα drone να παραμένει στον αέρα και άλλο να μεταφέρει δεκάδες κιλά φορτίου, να κρατά σταθερή θέση και να πραγματοποιεί ακριβή ρίψη πάνω από μια φωτιά.
Με ριπές 120–130 χλμ./ώρα τα πράγματα αλλάζουν
Όσο δυναμώνει ο άνεμος, το drone χρειάζεται όλο και περισσότερη ενέργεια απλώς για να παραμένει στη σωστή θέση. Η αυτονομία του μειώνεται, η επιστροφή στη βάση γίνεται δυσκολότερη και το περιθώριο ασφαλείας μικραίνει.
Πάνω από μια πυρκαγιά υπάρχει και ένα επιπλέον πρόβλημα: η θερμότητα δημιουργεί ισχυρά ανοδικά ρεύματα και αναταράξεις, κάνοντας το περιβάλλον πτήσης ακόμη πιο δύσκολο.
Γι' αυτό και σε ριπές της τάξης των 120–130 χλμ./ώρα ένα βαρύ πυροσβεστικό drone δύσκολα μπορεί σήμερα να θεωρηθεί αξιόπιστο βασικό μέσο κατάσβεσης. Αυτό δεν ακυρώνει την τεχνολογία. Απλώς δείχνει πού βρίσκονται τα όριά της.
Να προλάβουν τη φωτιά πριν έρθουν τα 9 μποφόρ
Ίσως λοιπόν εδώ βρίσκεται και η ουσία για την Ελλάδα. Τα πυροσβεστικά drones δεν χρειάζεται να «νικήσουν» μια μεγάλη φωτιά με 9 μποφόρ. Ο στόχος είναι να έχουν φτάσει νωρίτερα.
Να χτυπήσουν την εστία όσο ακόμη είναι μικρή, πριν ο άνεμος τη μετατρέψει σε ανεξέλεγκτο μέτωπο. Αυτό μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα σημαντικό σε δύσβατα σημεία, όπου τα πρώτα πυροσβεστικά οχήματα χρειάζονται χρόνο για να προσεγγίσουν.
Παράλληλα, διεθνώς αναπτύσσονται συστήματα που στοχεύουν ακόμη και σε επιχειρήσεις τη νύχτα ή μέσα σε καπνό, κάτι που θα μπορούσε στο μέλλον να επεκτείνει σημαντικά το επιχειρησιακό παράθυρο της αεροπυρόσβεσης.
Ένα ενδιαφέρον στοίχημα, όχι μια μαγική λύση
Τα πυροσβεστικά drones είναι μια τεχνολογία που αξίζει να εξεταστεί σοβαρά στην Ελλάδα. Όχι όμως ως υποκατάστατο των Canadair, των ελικοπτέρων και των επίγειων δυνάμεων.
Η πραγματική τους αξία φαίνεται να βρίσκεται στην ταχύτητα της πρώτης επέμβασης, ιδιαίτερα σε δύσβατες περιοχές και όσο η φωτιά βρίσκεται ακόμη στην αρχή της.
Από την άλλη, οι πολύ ισχυροί άνεμοι και ειδικά οι ακραίες ριπές αποτελούν σαφή περιορισμό. Γι’ αυτό και πριν από οποιαδήποτε μεγάλης κλίμακας επένδυση, η πιο λογική κίνηση θα ήταν μια πιλοτική εφαρμογή σε πραγματικές ελληνικές συνθήκες.
Γιατί το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι πόσο εντυπωσιακό φαίνεται ένα drone πάνω από μια φωτιά. Είναι πόσες φωτιές μπορεί πραγματικά να προλάβει πριν γίνουν μεγάλες.
























