Με μια σαφή αναφορά ότι «οι εκλογές θα γίνουν το 2027», ο Κυριάκος Μητσοτάκης, στην ομιλία του για το κλείσιμο του 16ου Συνεδρίου της Νέας Δημοκρατίας, επιχείρησε να βάλει τέλος στα σενάρια περί πρόωρης προσφυγής στις κάλπες, αλλά και να δώσει το εναρκτήριο σήμα μιας μακράς προεκλογικής περιόδου.
Ωστόσο, πίσω από τους πανηγυρικούς τόνους, τις αναφορές στη «σταθερότητα» και την «ισχυρή Ελλάδα του 2030», η ομιλία του πρωθυπουργού έμοιαζε περισσότερο με μια προσπάθεια πολιτικής αυτοδικαίωσης και λιγότερο με ουσιαστική αποτίμηση της πραγματικότητας που βιώνει η κοινωνία.
Το αφήγημα της «ισχυρής οικονομίας» και η κοινωνική πραγματικότητα
Στην ομιλία του για την ολοκλήρωση των εργασιών του συνεδρίου, ο πρωθυπουργός αφιέρωσε μεγάλο μέρος της παρέμβασής του σε έναν εκτενή κατάλογο κυβερνητικών επιτυχιών: ανάπτυξη, μείωση ανεργίας, επενδυτική βαθμίδα, ψηφιοποίηση, εξοπλιστικά προγράμματα, έργα υποδομής και αυξήσεις μισθών.
Όμως η εικόνα μιας χώρας που «τρέχει μπροστά» συγκρούεται ολοένα και περισσότερο με την καθημερινότητα των πολιτών, οι οποίοι συνεχίζουν να βλέπουν το κόστος ζωής να πιέζει ασφυκτικά τα εισοδήματά τους, την αγορά κατοικίας να γίνεται απαγορευτική και τις δημόσιες υπηρεσίες να δοκιμάζονται.
Ακόμη και όταν αναγνώρισε ότι ο πληθωρισμός «ροκανίζει» τις αυξήσεις στους μισθούς, ο Κυριάκος Μητσοτάκης έσπευσε να απορρίψει κάθε εναλλακτική πολιτική ως δήθεν «μαγική λύση».
Η επιχειρηματολογία του παρέμεινε εγκλωβισμένη στη λογική ότι η αγορά αυτορυθμίζεται και πως η κοινωνία οφείλει να κάνει υπομονή μέχρι τα οφέλη της ανάπτυξης να φτάσουν κάποτε και στους πολλούς.
Μόνο που, έπειτα από έξι χρόνια διακυβέρνησης, η επίκληση της υπομονής αρχίζει να ακούγεται περισσότερο ως πολιτική υπεκφυγή παρά ως σχέδιο.
Θεσμική αναγέννηση χωρίς αυτοκριτική
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, μιλώντας στο κλείσιμο του 16ου Συνεδρίου, επέλεξε να δώσει ιδιαίτερη έμφαση και στο πεδίο των θεσμών, κάνοντας λόγο για «θεσμική αναγέννηση», για «εκσυγχρονισμό του κράτους» και για μάχη απέναντι στις «παθογένειες του παρελθόντος».
Ωστόσο, απέφυγε επιμελώς κάθε αναφορά σε υποθέσεις που έχουν τραυματίσει την εικόνα της κυβέρνησης τα τελευταία χρόνια: τις υποκλοπές, τις καταγγελίες για αδιαφάνεια, τη διαχείριση μεγάλων κρίσεων ή την αίσθηση συγκεντρωτισμού που χαρακτηρίζει το Μέγαρο Μαξίμου.
Η «αυτοκριτική» περιορίστηκε σε αόριστες αναφορές περί «αστοχιών», χωρίς καμία συγκεκριμένη ανάληψη πολιτικής ευθύνης.
Ιδιαίτερη εντύπωση προκάλεσε και η επιμονή του να παρουσιάζει τη Νέα Δημοκρατία ως τη μοναδική δύναμη που μπορεί να κυβερνήσει τη χώρα.
Το δίλημμα που έθεσε -ποιος θα σηκώσει το τηλέφωνο «στις 3 τα ξημερώματα» σε μια κρίση- δεν λειτούργησε μόνο ως επίθεση προς την αντιπολίτευση, αλλά και ως έμμεση παραδοχή ότι η κυβερνητική στρατηγική εξακολουθεί να βασίζεται στον φόβο της αστάθειας και όχι στην παραγωγή ενός νέου κοινωνικού οράματος.
Προεκλογικός τόνος και το σύνδρομο της πολιτικής φθοράς
Παράλληλα, η ομιλία του πρωθυπουργού στο κλείσιμο του συνεδρίου είχε έντονα προεκλογικά χαρακτηριστικά, παρά το γεγονός ότι επέμεινε πως «υπάρχει πολλή δουλειά ακόμη».
Οι συνεχείς αναφορές στην «τρίτη τετραετία», οι παραινέσεις προς τα στελέχη να «βγουν στην κοινωνία» και να μεταφέρουν τη «φωτιά του συνεδρίου», αλλά και η ανάγκη να επαναλαμβάνονται διαρκώς οι κυβερνητικές επιτυχίες, αποκάλυψαν μια κυβέρνηση που ήδη κινείται σε τροχιά εκλογικής επιβίωσης.
Τελικά, το κλείσιμο του 16ου Συνεδρίου της Νέας Δημοκρατίας δεν έδωσε την εικόνα μιας παράταξης που ανοίγει έναν νέο πολιτικό κύκλο, αλλά περισσότερο μιας κυβέρνησης που προσπαθεί να υπερασπιστεί το αφήγημά της απέναντι σε μια κοινωνία ολοένα πιο δύσπιστη.
Πίσω από τα χειροκροτήματα, τις σημαίες και τις διακηρύξεις περί «ισχυρής Ελλάδας», το βασικό ερώτημα παραμένει ανοιχτό: πόσο πειστικό μπορεί να παραμένει το ίδιο αφήγημα, όταν η πραγματικότητα για μεγάλο μέρος των πολιτών συνεχίζει να γίνεται δυσκολότερη;
Διαβάστε επίσης: 16ο Συνέδριο ΝΔ: Η σκιά Σαμαρά, τα νέα κόμματα και ο πόλεμος κουπονιών
























