Εικόνα πολιτικής αυτοπεποίθησης, κυριαρχίας και μακρόπνοου σχεδιασμού με ορίζοντα το 2030 επιχείρησε να εκπέμψει ο πρωθυπουργός και πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας Κυριάκος Μητσοτάκης από το βήμα του 16ου Συνεδρίου του κόμματος.
Πίσω όμως από το σκηνικό συσπείρωσης, τις αναφορές στις κυβερνητικές επιτυχίες και τα συνθήματα περί «ισχυρής Ελλάδας», διακρινόταν έντονα το άγχος της φθοράς και η ανάγκη πολιτικής ανασύνταξης μιας κυβέρνησης που γνωρίζει ότι εισέρχεται σε πιο δύσκολη περίοδο.
Η επαναλαμβανόμενη επίκληση της σταθερότητας, οι συνεχείς επιθέσεις στην αντιπολίτευση, η ανάγκη να αποδείξει ότι η ΝΔ παραμένει «αρραγής» και η σχεδόν εμμονική επιστροφή στο 2015 και στην περίοδο της κρίσης, πρόδιδαν μια ηγεσία που αντιλαμβάνεται πως η κοινωνική κόπωση και η κυβερνητική φθορά αρχίζουν να αφήνουν εμφανές αποτύπωμα.
Η ομιλία μπορεί να είχε πανηγυρικό τόνο και θερμό κομματικό ακροατήριο, πολιτικά όμως έμοιαζε περισσότερο με προσπάθεια αναχαίτισης απωλειών και διατήρησης της κυριαρχίας παρά με ανέφελη αφετηρία μιας νέας περιόδου ισχύος.
Η ανάγκη να αποδείξει ότι «δεν είναι πληγωμένος»
Δεν ήταν τυχαίο ότι από τα πρώτα κιόλας λεπτά ο πρωθυπουργός επέλεξε να απαντήσει σε όσους «θέλουν δήθεν πληγωμένη τη ΝΔ». Η φράση αυτή αποκάλυψε ίσως περισσότερο από όσο επιδίωκε το πραγματικό κλίμα που επικρατεί στο κυβερνητικό στρατόπεδο.
Μια πολιτικά άνετη κυβέρνηση συνήθως δεν αισθάνεται την ανάγκη να διαβεβαιώνει διαρκώς ότι παραμένει ισχυρή. Αντίθετα, η συνεχής επίκληση της «πολιτικής κυριαρχίας», των «διπλάσιων ποσοστών» και της «συσπείρωσης» έδειξε ότι το Μέγαρο Μαξίμου γνωρίζει πως η εικόνα της αδιαμφισβήτητης υπεροχής αρχίζει να εμφανίζει ρωγμές.
Σε αρκετά σημεία της ομιλίας, ο Κυριάκος Μητσοτάκης έμοιαζε να απευθύνεται περισσότερο στο εσωτερικό της παράταξης και λιγότερο στην κοινωνία.
Οι αναφορές ότι «κανείς δεν περισσεύει» και ότι «κανείς δεν δικαιούται να απέχει» λειτούργησαν ως έμμεσο μήνυμα προς στελέχη και ψηφοφόρους που εμφανίζουν σημάδια αποστασιοποίησης.
Η ακρίβεια ως μόνιμη πολιτική πληγή
Ο πρωθυπουργός αναγκάστηκε να αναγνωρίσει ότι η ακρίβεια παραμένει το μεγαλύτερο πρόβλημα για τα νοικοκυριά.
Η παραδοχή ότι «ροκανίζει το εισόδημα» ήρθε να υπενθυμίσει πως, παρά τους θετικούς μακροοικονομικούς δείκτες που επικαλείται η κυβέρνηση, η καθημερινότητα συνεχίζει να πιέζει έντονα μεγάλο μέρος της κοινωνίας.
Ωστόσο, πίσω από την αναγνώριση του προβλήματος, δεν παρουσιάστηκε κάποιο νέο ή πειστικό σχέδιο αντιμετώπισης. Η κυβέρνηση επανήλθε στη γνωστή συνταγή των μειώσεων φόρων και των αυξήσεων μισθών, επιχειρώντας ουσιαστικά να πείσει ότι ο χρόνος θα λειτουργήσει υπέρ της.
Το πρόβλημα για την κυβέρνηση είναι ότι η κοινωνική δυσαρέσκεια δεν αποτυπώνεται πλέον μόνο στις δημοσκοπήσεις, αλλά και σε μια διάχυτη αίσθηση κόπωσης απέναντι σε ένα αφήγημα που επαναλαμβάνεται χωρίς να μεταφράζεται πάντα σε αισθητή βελτίωση της καθημερινότητας.
Η συνεχής επιστροφή στο 2015
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά στοιχεία της ομιλίας ήταν η διαρκής επιστροφή στην περίοδο της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ειδικά στο 2015.
Οι αναφορές στα «λουκέτα», στην «διεθνή περιφρόνηση», στις τράπεζες που «έπρεπε να κλείσουν νωρίτερα» και στα «ματωμένα πλεονάσματα» είχαν σαφή στόχο να επαναφέρουν το δίλημμα «σταθερότητα ή περιπέτεια».
Όμως η συνεχής επίκληση του παρελθόντος υποδηλώνει και κάτι βαθύτερο: ότι η κυβέρνηση δυσκολεύεται να διαμορφώσει ένα νέο πολιτικό αφήγημα με ισχυρή απήχηση στο παρόν.
Όταν μια εξουσία επιστρέφει τόσο επίμονα σε γεγονότα δέκα ετών, είναι συχνά ένδειξη ότι θεωρεί πως τα σημερινά επιχειρήματα δεν αρκούν από μόνα τους για να διατηρήσουν την κοινωνική δυναμική που είχε αποκτήσει.
Η στρατηγική της πόλωσης
Σε όλη τη διάρκεια της ομιλίας, ο πρωθυπουργός επιχείρησε να παρουσιάσει την αντιπολίτευση ως πολιτικά ανεύθυνη, τοξική και χωρίς εναλλακτικό σχέδιο.
Οι αναφορές σε «πολύχρωμο μέτωπο», σε δυνάμεις που «λένε όχι σε όλα», αλλά και οι προσωπικές αιχμές προς τον Νίκος Ανδρουλάκης και τον Αλέξης Τσίπρας, έδειξαν ότι η κυβέρνηση επενδύει πλέον ανοιχτά στην πόλωση ως βασικό πολιτικό εργαλείο.
Το δίλημμα που έθεσε —«Μητσοτάκης ή Ανδρουλάκης ή Τσίπρας ή οποιοσδήποτε άλλος»— μπορεί να μην επανέλαβε ευθέως το παλιό «ή χάος», ωστόσο κινήθηκε στην ίδια λογική: ότι δεν υπάρχει αξιόπιστη εναλλακτική απέναντι στη ΝΔ.
Πρόκειται για στρατηγική που συσπειρώνει το κομματικό ακροατήριο, αλλά ταυτόχρονα μαρτυρά και ανησυχία. Γιατί όσο περισσότερο μια κυβέρνηση επενδύει στον φόβο επιστροφής στο παρελθόν, τόσο περισσότερο δείχνει ότι δυσκολεύεται να εμπνεύσει μόνο με το μέλλον που υπόσχεται.
Το «2030» ως πολιτική μετατόπιση
Το κεντρικό σύνθημα της «Ελλάδας του 2030» λειτούργησε ως προσπάθεια πολιτικής υπέρβασης της δύσκολης συγκυρίας. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιχείρησε να μεταφέρει τη συζήτηση από την καθημερινότητα —ακρίβεια, κόπωση, κοινωνική πίεση— σε έναν πιο μακρινό και στρατηγικό ορίζοντα.
Η επιλογή αυτή δεν είναι τυχαία. Όταν η παρούσα συγκυρία παράγει φθορά, η πολιτική ηγεσία συχνά επιδιώκει να αλλάξει επίπεδο συζήτησης: από τα άμεσα προβλήματα σε ένα «εθνικό σχέδιο» με ιστορικές αναφορές και μακροπρόθεσμους στόχους.
Γι’ αυτό και η ομιλία έκλεισε με αναφορές στα 200 χρόνια του ελληνικού κράτους, στην ευρωπαϊκή πορεία της χώρας, στην τεχνητή νοημοσύνη και στη «νέα εθνική αποστολή». Πρόκειται για μια προσπάθεια δημιουργίας μεγάλου αφηγήματος, την ώρα που η πολιτική πίεση αυξάνεται στο παρόν.
Μια κυβέρνηση που μπαίνει σε δύσκολη περίοδο
Παρά το θριαμβευτικό ύφος, η συνολική εικόνα της ομιλίας παρέπεμπε σε μια κυβέρνηση που γνωρίζει ότι η επόμενη διετία δεν θα είναι εύκολη.
Η κοινωνική πίεση, η φθορά της εξουσίας, η αδυναμία να κλείσουν ανοιχτά μέτωπα της καθημερινότητας και η ανάγκη διαρκούς συσπείρωσης της κομματικής βάσης δημιουργούν ένα περιβάλλον πολιτικής ανασφάλειας που αποτυπώθηκε καθαρά πίσω από τις λέξεις του πρωθυπουργού.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης προσπάθησε να εμφανιστεί ως ο μόνος εγγυητής σταθερότητας σε έναν ασταθή κόσμο.
Όμως η ένταση με την οποία επανέλαβε αυτό το μήνυμα ίσως τελικά αποκάλυψε κάτι βαθύτερο: ότι το μεγαλύτερο άγχος της κυβέρνησης πλέον δεν είναι η αντιπολίτευση, αλλά η σταδιακή φθορά της δικής της πολιτικής κυριαρχίας.
























