
Από την πολυτέλεια μιας έπαυλης στην Ανάβυσσο κινούσε τα νήματα της σπείρας και έδωσε τις εντολές ο «αρχηγός» της συμμορίας στην οποία μετείχαν τουλάχιστον 15 άτομα και είχε διαπράξει τουλάχιστον 175 διαρρήξεις και κλοπές σε πολλές περιοχές και της ανατολικής Αττικής.
Η αστυνομία συνέλαβε συνολικά 15 μέλη της σπείρας ηλικίας από 24 έως 61 ετών, εκ των οποίων 11 υπήκοοι Γεωργίας, 2 Αρμενίας (η μία γυναίκα), μία Αλβανίας και ένας Έλληνας.
Επιπλέον, ταυτοποιήθηκαν και αναζητούνται άλλα 14 μέλη της οργάνωσης, ηλικίας από 23 έως 64 ετών, από τους οποίους 12 Γεωργιανοί, (οι τέσσερις γυναίκες), μία από το Ουζμπεκιστάν και ένας από το Καζακστάν.
Σε βάρος τους σχηματίσθηκε ποινική δικογραφία, για τα κατά περίπτωση αδικήματα, της σύστασης εγκληματικής οργάνωσης, της κλοπής κατά συναυτουργία, κατ’ επάγγελμα και κατ’ εξακολούθηση και της πλαστογραφίας καθώς επίσης και για παράβαση του νόμου περί νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, περί όπλων και περί εξαρτησιογόνων ουσιών.
Από την έρευνα διαπιστώθηκε ότι οι συλληφθέντες αποτελούν μέλη πολυπληθούς εγκληματικής οργάνωσης, με συγκεκριμένη δομή και διακριτούς ρόλους που δρούσαν, από διετίας και πλέον, μεθοδικά και οργανωμένα, διαπράττοντας διαρρήξεις - κλοπές σε σπίτια των Βορείων και Νοτίων προαστίων της Αττικής.
Συγκεκριμένα, η οργάνωση ήταν δομημένη κατά τα πρότυπα της Γεωργιανής μαφίας, με πυραμιδοειδές σχήμα.
Διέθετε αρχηγό, που ενέπνεε τον σεβασμό όλων των μελών της ομάδας και κατά το παρελθόν είχε διατελέσει αρχηγός της Γεωργιανής μαφίας στη Ρωσία, υπαρχηγό, που ήταν το βοηθητικό όργανο του αρχηγού και είχε τον ρόλο του επιχειρησιακού σχεδιασμού, (σύνθεση ομάδων δράσης, επιλογή οχημάτων κ.λπ.), επιχειρησιακά μέλη, που προέβαιναν στις κλοπές, με αντικατάστασή τους σε περίπτωση σύλληψής τους από τις Αρχές, περιφερειακά μέλη για χρέη τσιλιαδόρου, με ρόλους κάλυψης κατά τη διάπραξη των διαρρήξεων, όπως επίσης και τη διοχέτευση των κλοπιμαίων στα μέλη της οργάνωσης που είχαν αναλάβει την εκποίησή τους.
Επίσης υπήρχαν και τα υποστηρικτικά μέλη, τα οποία ενοικίαζαν κατοικίες στο όνομά τους τις οποίες άλλαζαν με μεγάλη συχνότητα, αγόραζαν οχήματα χρησιμοποιώντας χρήματα της οργάνωσης ενώ παράλληλα, πολλές φορές εκτελούσαν και χρέη περιφερειακών.
Η οργάνωση ήταν τέτοια που σε περίπτωση σύλληψης κάποιων από τα μέλη της, η οργάνωση παρείχε «νομική κάλυψη» στους συλληφθέντες, όπως έξοδα δικηγόρου και κάλυψη των υποχρεώσεων της οικογενείας τους, είτε αυτή ήταν στη Γεωργία είτε στην Ελλάδα.
Όπως προέκυψε από την πολύμηνη έρευνα που διενεργήθηκε και την αξιοποίηση του προανακριτικού υλικού, τα μέλη της οργάνωσης επέλεγαν ως στόχους διαμερίσματα ή μονοκατοικίες με πολυτελή εμφάνιση, σε περιοχές που κατά κύριο λόγο διαμένουν εύποροι πολίτες, ενώ προσπαθούσαν να εντοπίσουν στόχους κοντά σε βασικούς οδικούς άξονες, για να είναι ευκολότερη η διαφυγή τους.
Προκειμένου να φθάσουν στην επιλεγμένη περιοχή, χρησιμοποιούσαν κυρίως πολυτελή και γρήγορα αυτοκίνητα, τα οποία στην πλειονότητά τους έφεραν φιμέ τζάμια και τα οδηγούσαν λαμβάνοντας ιδιαίτερα μέτρα προφύλαξης ώστε να είναι σίγουροι ότι δεν ακολουθούνται από Διωκτικές Αρχές.
Κατά τη διάρκεια της δράσης τους, είχαν συνεχή επικοινωνία με κινητά τηλέφωνα ώστε να λαμβάνουν συγκεκριμένες οδηγίες, τις οποίες τους έδινε ο 61χρονος αρχηγός αλλά και να μπορούν να αντιδρούν άμεσα σε οποιοδήποτε πρόβλημα ανέκυπτε.
Όταν έφθαναν στην περιοχή που ήθελαν να δράσουν, συνήθως πρωινές και απογευματινές ώρες, εντόπιζαν το στόχο τους και αφού εξακρίβωναν ότι από τα σπίτια απουσίαζαν οι ένοικοι, δύο – τρείς από αυτούς εισέβαλαν και οι υπόλοιποι εκτελούσαν χρέη τσιλιαδόρου στις τέσσερις γωνίες του τετραγώνου αλλά και σε μεγαλύτερη απόσταση, (ένα - δύο χιλιόμετρα) για επιτήρηση, ώστε να τους ειδοποιήσουν σε περίπτωση εμφάνισης αστυνομικών δυνάμεων ή επιστροφής των ενοίκων.
Για να εισβάλουν, επέλεγαν κυρίως την κεντρική είσοδο, είτε παραβιάζοντάς την είτε χρησιμοποιώντας αντικλείδι και αφού εισέρχονταν, ερευνούσαν μεθοδικά όλους τους χώρους, αφαιρώντας χρήματα, τιμαλφή, ηλεκτρονικά αντικείμενα, (lap-top, φωτογραφικές μηχανές κλπ), διαβατήρια, καθώς και επώνυμα ενδύματα και αξεσουάρ.
Οι συλληφθέντες διέθεταν ιδιαίτερη ικανότητα στη διάρρηξη των κλειδαριών, εξασκούμενοι συνεχώς με κλειδαριές που προμηθεύονταν από το ελεύθερο εμπόριο.
Στην οργάνωση επίσης είχαν ενταχθεί και συνεργάζονταν άτομα με εξειδικευμένες γνώσεις σε κοσμήματα, πολύτιμους λίθους και ρολόγια, τα οποία εκτιμούσαν την αξία των κλοπιμαίων και στη συνέχεια τα διέθεταν τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό.
Η οργάνωση είχε διεθνικό χαρακτήρα και κατά καιρούς έμπειρα μέλη της μετέβαιναν σε άλλες χώρες της Ευρώπης με σκοπό την εκεί διάπραξη κλοπών.
Από τις έρευνες που διενεργήθηκαν, βρέθηκαν και κατασχέθηκαν κλοπιμαία αξίας άνω των 3.000.000 ευρώ, το χρηματικό ποσό των 90.000 ευρώ (σε διάφορα νομίσματα), 4 πιστόλια, ένα πιστόλι και ένα υποπολυβόλο (τύπου replica), εννέα πολυτελή αυτοκίνητα και μια μοτοσυκλέτα.
Το οικονομικό όφελος από την εγκληματική τους δραστηριότητα, υπολογίζεται ότι υπερβαίνει το ποσό των 10.000.000 ευρώ ενώ από τη μέχρι στιγμής έρευνα έχουν εξιχνιασθεί 174 περιπτώσεις διαρρήξεων – κλοπών σπιτιών σε διάφορες περιοχές των βορείων και νοτίων προαστίων της Αττικής.
Η αστυνομία έδωσε μάλιστα στη δημοσιότητα και τις φωτογραφίες των συλληφθέντων μελών της σπείρας αφού κάθε μέρα έρχονται και νέα στοιχεία για τη δράση της μαφιόζικης αυτής συμμορίας:

























