Στην τελική ευθεία μπαίνει η διαδικασία χορήγησης της ειδικής σύνταξης για τις οικογένειες των θυμάτων από τις φονικές τραγωδίες στη Μάνδρα το 2017 και στο Μάτι το 2018, μετά τη δημοσίευση της σχετικής κοινής υπουργικής απόφασης στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Η απόφαση θεωρείται το τελευταίο διοικητικό βήμα προκειμένου να ξεκινήσει και πρακτικά η καταβολή της παροχής στους δικαιούχους.
Η πρόβλεψη είχε θεσπιστεί με τροπολογία που ψηφίστηκε τον Δεκέμβριο του 2025 και προβλέπει μηνιαία ειδική σύνταξη ύψους 1.700 ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί στο τετραπλάσιο της πλήρους εθνικής σύνταξης.
Δικαιούχοι είναι οι συγγενείς των ανθρώπων που έχασαν τη ζωή τους στις δύο καταστροφές, οι οποίες άφησαν πίσω περισσότερους από 120 νεκρούς και εκατοντάδες πληγέντες.
Το ιστορικό της ρύθμισης
Για χρόνια οι οικογένειες των θυμάτων σε Μάτι και Μάνδρα ζητούσαν μόνιμη οικονομική και θεσμική στήριξη από την Πολιτεία, ενώ πολλές υποθέσεις οδηγήθηκαν στα διοικητικά δικαστήρια με διεκδικήσεις αποζημιώσεων από το Δημόσιο.
Το αίτημα για ειδική μέριμνα ενισχύθηκε ιδιαίτερα μετά τη θεσμοθέτηση αντίστοιχων μέτρων στήριξης για τις οικογένειες των θυμάτων της τραγωδίας των Τεμπών.
Στο πλαίσιο αυτό, η κυβέρνηση προχώρησε τον Δεκέμβριο του 2025 στην κατάθεση τροπολογίας που, πέρα από την ειδική σύνταξη, προέβλεπε και ευρύτερα μέτρα προστασίας, όπως διαγραφή οφειλών προς το Δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία, προστασία δικαστικών αποζημιώσεων από κατασχέσεις, αλλά και υγειονομική και ψυχολογική στήριξη για εγκαυματίες και συγγενείς θυμάτων.
Παράλληλα, το Δημόσιο άρχισε να παραιτείται από ένδικα μέσα σε δεκάδες υποθέσεις αποζημιώσεων για τις δύο τραγωδίες.
Αφορολόγητη και χωρίς περικοπές
Η συγκεκριμένη παροχή έχει ιδιαίτερα προστατευμένο χαρακτήρα, καθώς είναι αφορολόγητη και ακατάσχετη, δεν συμψηφίζεται με χρέη προς το Δημόσιο ή άλλες οφειλές, ενώ δεν επηρεάζει την καταβολή άλλων κοινωνικών επιδομάτων ή συντάξεων.
Παράλληλα, καταβάλλεται ανεξάρτητα από το αν ο δικαιούχος εργάζεται ή λαμβάνει άλλη σύνταξη και θα αυξάνεται αυτόματα κάθε φορά που αυξάνεται η εθνική σύνταξη.
Σύμφωνα με την υπουργική απόφαση, οι ενδιαφερόμενοι θα πρέπει να καταθέσουν αίτηση στο Ε’ Τμήμα της Διεύθυνσης Εισοδηματικής Πολιτικής του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους.
Η διαδικασία μπορεί να γίνει είτε ταχυδρομικά είτε με αυτοπρόσωπη παρουσία στα γραφεία του ΓΛΚ στην οδό Καραγεώργη Σερβίας 10 στην Αθήνα, αλλά και ηλεκτρονικά μέσω email.
Η διαδικασία και τα δικαιολογητικά
Στην αίτηση θα πρέπει να αναγράφονται βασικά στοιχεία, όπως το ονοματεπώνυμο, ο ΑΜΚΑ, ο ΑΦΜ, τα στοιχεία ταυτότητας και επικοινωνίας του αιτούντος, καθώς και τα στοιχεία των προστατευόμενων τέκνων, όπου υπάρχουν.
Η απόφαση προβλέπει επίσης ότι όταν υπάρχουν περισσότεροι δικαιούχοι στην ίδια οικογένεια, μπορεί να κατατεθεί κοινή αίτηση με τις υπογραφές όλων.
Για ανήλικα παιδιά, η αίτηση υποβάλλεται από τον γονέα ή τον επίτροπο που ασκεί τη γονική μέριμνα.
Ιδιαίτερη πρόβλεψη υπάρχει και για άγαμα τέκνα ή αδέλφια με αναπηρία. Στις περιπτώσεις αυτές απαιτείται παραπομπή στην Ανώτατη Στρατού Υγειονομική Επιτροπή (ΑΣΥΕ), ώστε να διαπιστωθεί αν υπάρχει ανικανότητα άσκησης βιοποριστικού επαγγέλματος.
Για τη θεμελίωση του δικαιώματος απαιτείται η προσκόμιση σειράς δικαιολογητικών, μεταξύ των οποίων πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης, ληξιαρχική πράξη θανάτου, πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών, αντίγραφο ταυτότητας ή διαβατηρίου, ληξιαρχική πράξη γάμου ή σύμφωνο συμβίωσης, καθώς και τραπεζικός λογαριασμός στον οποίο ο δικαιούχος θα εμφανίζεται ως πρώτος δικαιούχος.
Για ενήλικα παιδιά ή αδέλφια που σπουδάζουν απαιτείται επιπλέον βεβαίωση φοίτησης, ενώ στις περιπτώσεις αναπηρίας μπορούν να κατατεθούν ιατρικές γνωματεύσεις, εξετάσεις ή πιστοποιητικά ΚΕΠΑ.
Τι προβλέπεται για την καταβολή
Η ειδική σύνταξη θα καταβάλλεται με τις ίδιες διαδικασίες που ισχύουν και για τις υπόλοιπες ειδικές συντάξεις του Δημοσίου.
Η μοναδική κράτηση που θα επιβάλλεται αφορά την υγειονομική περίθαλψη, ενώ αποκλείεται κάθε άλλη περικοπή ή μείωση.
Παράλληλα, διευκρινίζεται ότι η σύνταξη δεν θα λαμβάνεται υπόψη για να μειωθούν άλλοι μισθοί, επιδόματα ή συντάξεις που ενδεχομένως λαμβάνει ο δικαιούχος.
Η απόφαση προβλέπει ακόμη ότι, σε περιπτώσεις όπου δεν προκύπτει άμεσα από τη ληξιαρχική πράξη θανάτου η σύνδεση με τις τραγωδίες σε Μάτι και Μάνδρα, οι αρμόδιες υπηρεσίες θα μπορούν να εξετάζουν πρόσθετα αποδεικτικά στοιχεία ή ακόμη και δικαστικές αποφάσεις, ώστε να διαπιστώνεται η αιτία θανάτου και να μην αποκλείονται οικογένειες από τη συγκεκριμένη παροχή.
























