Σε υψηλούς τόνους και με εμφανή εκνευρισμό τοποθετήθηκε ο βουλευτής Αν. Αττικής, Μάκης Βορίδης, μιλώντας στον ραδιοφωνικό σταθμό Παραπολιτικά 90,1 και απαντώντας στην παρέμβαση του Άκη Σκέρτσο για το πελατειακό κράτος, σε μια αντίδραση που ξεπερνά τα όρια μιας απλής πολιτικής διαφωνίας και παραπέμπει σε βαθύτερη αμηχανία.
Η ανάρτηση Σκέρτσου, με τίτλο «Κοινωνία πολιτών ή κοινωνία πελατών;», δεν άφηνε πολλά περιθώρια παρερμηνείας: επρόκειτο για μια συνολική κριτική σε ένα κράτος που λειτουργεί άνισα, με πελατειακές λογικές, «γνωριμίες» και κομματικές διασυνδέσεις να καθορίζουν συχνά την καθημερινότητα των πολιτών.
Ταυτόχρονα, έθετε ως στόχο τη μετάβαση σε ένα πιο διαφανές και αξιοκρατικό μοντέλο, περιορίζοντας τις γκρίζες ζώνες της πολιτικής διαμεσολάβησης.
Η νευρική άμυνα απέναντι στην κριτική
Η απάντηση του κ. Βορίδη, ωστόσο, δεν εστιάζει στην ουσία αυτής της κριτικής. Αντίθετα, μετατοπίζει τη συζήτηση στο ζήτημα της «νομιμοποίησης», υποστηρίζοντας ότι όσοι δεν έχουν εκτεθεί στην εκλογική διαδικασία δεν δικαιούνται να μιλούν για τα φαινόμενα αυτά.
Πρόκειται για μια επιλογή που δείχνει περισσότερο αμυντική παρά ουσιαστική: όταν η συζήτηση αποφεύγει το περιεχόμενο και επικεντρώνεται στον ομιλητή, συχνά υποδηλώνει αδυναμία απάντησης.
Η ένταση του λόγου του –με εικόνες «βουλευτών στο ρινγκ», «λασπωμένων» και «τραυματισμένων»– ενισχύει την αίσθηση νευρικότητας.
Δεν πρόκειται για ψύχραιμη πολιτική επιχειρηματολογία, αλλά για μια δραματοποίηση που επιχειρεί να αποδώσει ηθικό πλεονέκτημα στους εκλεγμένους, την ώρα που δέχονται κριτική για τις πρακτικές τους.
Ο φόβος απώλειας ερεισμάτων
Πίσω από αυτή τη στάση διακρίνεται μια βαθύτερη ανησυχία: η πιθανή διάρρηξη της παραδοσιακής σχέσης βουλευτή–ψηφοφόρου.
Οι συνεχείς αναφορές του στην καθημερινή επαφή με τους πολίτες, στα αιτήματα «από την ψαραγορά μέχρι τις συντάξεις», δεν λειτουργούν απλώς περιγραφικά.
Αντίθετα, μοιάζουν με επίμονη υπενθύμιση της χρησιμότητας ενός ρόλου που πλέον αμφισβητείται ανοιχτά.
Σε μια εκλογική περιφέρεια όπως η Ανατολική Αττική, όπου η προσωπική σχέση και η εξυπηρέτηση αιτημάτων αποτελούσαν διαχρονικά βασικά πολιτικά ερείσματα, η δημόσια συζήτηση για το «τέλος του πελατειακού κράτους» δεν είναι ουδέτερη.
Αντιθέτως, αγγίζει άμεσα τον τρόπο με τον οποίο συγκροτείται η εκλογική επιρροή. Και αυτό φαίνεται να εξηγεί την ένταση της αντίδρασης.
Από την πολιτική επιχειρηματολογία στην προσωπική ενόχληση
Η επίκληση της «αδικίας» και η αιχμή ότι κάποιοι «δεν έχουν ζητήσει ποτέ την προσωπική επιλογή των πολιτών» αποκαλύπτουν μια μετατόπιση από την πολιτική επιχειρηματολογία σε προσωπικό τόνο.
Η κριτική δεν αντιμετωπίζεται ως ευκαιρία αναστοχασμού, αλλά ως απειλή που πρέπει να απονομιμοποιηθεί.
Την ίδια στιγμή, η έμμεση αποδοχή ότι οι πελατειακές σχέσεις αποτελούν μέρος της «λειτουργίας του κοινοβουλευτισμού» ενισχύει την εικόνα μιας άμυνας απέναντι σε αλλαγές που ενδέχεται να ανατρέψουν παγιωμένες πρακτικές.
Ένα σύμπτωμα ευρύτερης πίεσης
Συνολικά, η παρέμβαση Βορίδη δεν αποτυπώνει απλώς μια διαφωνία με τον κ. Σκέρτσο.
Αντανακλά μια ευρύτερη πίεση που δέχονται οι εκλεγμένοι βουλευτές σε ένα περιβάλλον όπου οι ψηφοφόροι εμφανίζονται λιγότερο ανεκτικοί σε πρακτικές του παρελθόντος και περισσότερο απαιτητικοί ως προς τη διαφάνεια και την ισονομία.
Και ακριβώς αυτή η πίεση φαίνεται να μεταφράζεται σε νευρικότητα. Μια νευρικότητα που δεν αφορά μόνο την εσωκομματική ισορροπία, αλλά κυρίως τον φόβο ότι τα παραδοσιακά πολιτικά ερείσματα –ιδίως σε περιφέρειες όπως η Ανατολική Αττική– δεν μπορούν πλέον να θεωρούνται δεδομένα.
























