Πίσω από την τελική εικόνα της φωτιάς στον Άγιο Στυλιανό Κουβαρά, η οποία έσβησε μετά τη μεγάλη κινητοποίηση των πυροσβεστικών δυνάμεων, βρίσκεται ίσως το σημαντικότερο στοιχείο της επιχείρησης: τι αποφεύχθηκε τις κρίσιμες ώρες κατά τις οποίες οι φλόγες κινούνταν προς μια περιοχή που θα μπορούσε να αλλάξει εντελώς τις διαστάσεις της πυρκαγιάς.
Η φωτιά ξεκίνησε το πρωί της Δευτέρας (10/8), στα σύνορα Κουβαρά – Καλυβίων, κοντά στο εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου. Η διαδρομή που ακολούθησε δείχνει ότι η μεγάλη μάχη δεν δόθηκε μόνο για να περιοριστούν οι φλόγες, αλλά κυρίως για να μη φτάσουν ανεξέλεγκτες βαθύτερα στον ορεινό και δασικό όγκο προς τη Μερέντα.
Εκεί βρίσκονται συνεχόμενες εκτάσεις βλάστησης, πλαγιές και χαράδρες, δηλαδή ένα πεδίο πολύ πιο δύσκολο για τις επίγειες πυροσβεστικές δυνάμεις. Εάν η φωτιά κατάφερνε να περάσει σε αυτό, η επιχείρηση θα μπορούσε να πάρει εντελώς διαφορετική τροπή.
Και όλα αυτά σε μια ημέρα με ιδιαίτερα δύσκολες συνθήκες. Ο ειδικός πυρομετεωρολογικός σταθμός του Εθνικού Αστεροσκοπείου στο Λαύριο κατέγραφε πολύ υψηλό πυρομετεωρολογικό κίνδυνο και πολύ υψηλή δυσκολία ελέγχου μιας πυρκαγιάς, με πολύ ισχυρούς ανέμους. Οι μετρήσεις αφορούσαν βεβαίως το σημείο του σταθμού και όχι τον Κουβαρά, ήταν όμως ενδεικτικές του δυσμενούς πυρομετεωρολογικού περιβάλλοντος στην ευρύτερη Νοτιοανατολική Αττική.
Το κρίσιμο πέρασμα προς τη Μερέντα
Όσο μια φωτιά βρίσκεται κοντά σε δρόμους και σε σημεία όπου μπορούν να κινηθούν πυροσβεστικά οχήματα, οι δυνάμεις έχουν περισσότερες δυνατότητες να την αντιμετωπίσουν. Μπορούν να αναπτυχθούν κοντά στο μέτωπο, να δημιουργήσουν γραμμές άμυνας και να επιχειρήσουν από διαφορετικές πλευρές.
Η κατάσταση αλλάζει όταν οι φλόγες μπαίνουν βαθύτερα σε έναν ορεινό όγκο. Οι δρόμοι λιγοστεύουν, τα πυροσβεστικά οχήματα δεν μπορούν να φτάσουν παντού και οι επίγειες δυνάμεις καλούνται να κινηθούν σε πολύ δυσκολότερο έδαφος.
Αυτός ήταν ένας από τους σοβαρότερους κινδύνους στον Κουβαρά. Η κίνηση της φωτιάς προς τα ανατολικά την έφερνε προς εκτάσεις με συνεχόμενη βλάστηση, πλαγιές και χαράδρες στην κατεύθυνση της Μερέντας. Εάν οι δυνάμεις έχαναν τον έλεγχο και οι φλόγες περνούσαν ανεξέλεγκτες σε αυτή την περιοχή, θα μπορούσε να δημιουργηθεί ένα πολύ μεγαλύτερο δασικό μέτωπο.
Γιατί οι χαράδρες μπορούσαν να αλλάξουν την εικόνα
Οι χαράδρες αποτελούν ιδιαίτερα δύσκολο πεδίο στην αντιμετώπιση μιας δασικής πυρκαγιάς. Η πρόσβαση από το έδαφος είναι περιορισμένη, ενώ η φωτιά μπορεί να βρει συνεχόμενη βλάστηση στις πλαγιές και να κινηθεί σε σημεία όπου τα πυροσβεστικά οχήματα δεν μπορούν εύκολα να την προσεγγίσουν.
Ο ισχυρός άνεμος έκανε το συγκεκριμένο ενδεχόμενο ακόμη πιο επικίνδυνο. Οι καύτρες μπορούν υπό τέτοιες συνθήκες να μεταφερθούν μπροστά από το κύριο μέτωπο και να δημιουργήσουν νέες εστίες. Έτσι, μια φωτιά που μέχρι εκείνη τη στιγμή αντιμετωπίζεται σε ένα σχετικά συγκεκριμένο σημείο μπορεί να εμφανιστεί ξαφνικά σε περισσότερες θέσεις.
Αυτό ακριβώς έπρεπε να αποτραπεί στον Κουβαρά: να περάσουν οι φλόγες στις χαράδρες και να εμφανιστούν σε νέα σημεία μέσα στον ορεινό όγκο. Σε μια τέτοια περίπτωση, οι πυροσβεστικές δυνάμεις δεν θα είχαν πλέον απέναντί τους μόνο το μέτωπο γύρω από τον Άγιο Στυλιανό, αλλά μια πολύ ευρύτερη δασική πυρκαγιά στον άξονα Κουβαρά – Μερέντας.
Τι θα μπορούσε να βρεθεί σε κίνδυνο
Μια τέτοια εξέλιξη δεν θα σήμαινε μόνο περισσότερα καμένα στρέμματα. Όσο θα μεγάλωνε η περίμετρος, τόσο περισσότερες δυνάμεις θα απαιτούνταν και τόσο περισσότερα σημεία θα έπρεπε να προστατευθούν.
Ανάλογα πάντα με τη φορά και την ένταση του ανέμου, η επέκταση της φωτιάς στον συγκεκριμένο ορεινό όγκο θα μπορούσε να την οδηγήσει σταδιακά προς διάσπαρτες κατοικίες, αγροτικές και κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις, υποδομές και άλλες κατοικημένες ζώνες γύρω από τη Μερέντα.
Το πρόβλημα θα γινόταν ακόμη μεγαλύτερο εάν άλλαζε η κατεύθυνση του ανέμου. Τότε θα μπορούσε να αλλάξει και η κατεύθυνση της φωτιάς, αναγκάζοντας τις δυνάμεις να μετακινηθούν για να προστατεύσουν διαφορετικά σημεία. Εφόσον προέκυπτε απειλή για κατοικημένες περιοχές, θα μπορούσαν να χρειαστούν και νέα μέτρα προστασίας του πληθυσμού.
Η μεγάλη κινητοποίηση και η σημασία της
Η έκταση της κινητοποίησης δείχνει και πόσο σοβαρά αντιμετωπίστηκε το περιστατικό. Στην επιχείρηση έφθασαν να συμμετέχουν 197 πυροσβέστες, επτά ομάδες πεζοπόρων τμημάτων και 42 οχήματα, μαζί με εναέρια μέσα και δυνάμεις Πολιτικής Προστασίας των Δήμων Σαρωνικού. Λαυρεωτικής και όμορων ΟΤΑ.
Η σημασία αυτής της κινητοποίησης δεν πρέπει να κριθεί μόνο από την τελική εικόνα της φωτιάς. Το ζητούμενο ήταν να συγκεντρωθούν αρκετές δυνάμεις όσο ακόμη το μέτωπο μπορούσε να αντιμετωπιστεί οργανωμένα και πριν αποκτήσει πρόσβαση σε ένα πολύ μεγαλύτερο και δυσκολότερο πεδίο.
Με άλλα λόγια, οι δυνάμεις δεν κλήθηκαν μόνο να σβήσουν τη φωτιά που υπήρχε, αλλά και να εμποδίσουν τη δημιουργία μιας πολύ μεγαλύτερης.
Αυτό που δεν κάηκε έχει ίσως μεγαλύτερη σημασία
Η αποτίμηση μιας πυρκαγιάς δεν γίνεται μόνο μετρώντας τα στρέμματα που κάηκαν. Στην περίπτωση του Κουβαρά, ίσως μεγαλύτερη σημασία έχει η έκταση που δεν κάηκε και το μέτωπο που δεν δημιουργήθηκε.
Η φωτιά τελικά έσβησε χωρίς να καταφέρει να εγκατασταθεί βαθύτερα στον ορεινό και δασικό όγκο προς τη Μερέντα. Εκεί βρίσκεται και η ουσία όσων αποσοβήθηκαν: δεν χρειάστηκε να δοθεί μια δεύτερη και πολύ δυσκολότερη μάχη μέσα σε μια μεγάλη δασική περιοχή, με περιορισμένη πρόσβαση από το έδαφος και με τον ισχυρό άνεμο να μπορεί να δημιουργήσει συνεχώς νέα προβλήματα.
Κανείς ασφαλώς δεν μπορεί να γνωρίζει μέχρι πού θα έφταναν οι φλόγες εάν ξέφευγαν. Η πορεία μιας δασικής πυρκαγιάς εξαρτάται από τον άνεμο, τη βλάστηση και τη μορφολογία του εδάφους και μπορεί να αλλάξει μέσα σε λίγα λεπτά.
Αυτό που πλέον γνωρίζουμε είναι τι δεν συνέβη: η φωτιά δεν πέρασε ανεξέλεγκτη προς τη Μερέντα, δεν μετατράπηκε σε ένα μεγάλο δασικό μέτωπο μέσα στον ορεινό όγκο και δεν υποχρέωσε τις δυνάμεις να δώσουν μια πολύ μεγαλύτερη και πιο δύσκολη μάχη. Και, με βάση τις συνθήκες που επικρατούσαν στην περιοχή, αυτή ίσως είναι η σημαντικότερη διάσταση της επιχείρησης στον Κουβαρά.
























