Δύο δηλώσεις για το ίδιο διεθνές γεγονός, δύο εκ διαμέτρου αντίθετες αφηγήσεις, αλλά ένα κοινό χαρακτηριστικό: την πλήρη υποκατάσταση της ψύχραιμης πολιτικής ανάλυσης από ιδεολογικά συνθήματα, υπερβολές και ιστορικές ακροβασίες.
Η άκριτη αποθέωση του Τραμπ και η επιστροφή της ψυχροπολεμικής καρικατούρας
Από τη μία πλευρά, ο Μάκης Βορίδης, βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας, εμφανίζεται να ανακηρύσσει τον Ντόναλντ Τραμπ σε μοναδικό υπερασπιστή του «Δυτικού κόσμου», αποθεώνοντας μια πολιτική που έχει επανειλημμένα κατηγορηθεί για μονομέρεια, αυταρχισμό και περιφρόνηση των διεθνών θεσμών.
Η επίκληση ενός «κομμουνιστή δικτάτορα» που «δεν βρίσκεται πια στην εξουσία» –χωρίς καν ονομαστική αναφορά– λειτουργεί περισσότερο ως καρικατούρα παρά ως πολιτικό επιχείρημα, ενώ η ειρωνεία περί «διεθνούς νομιμότητας» καταλήγει να αδειάζει και την ίδια τη χώρα που ο κ. Βορίδης υποτίθεται ότι υπερασπίζεται.
Η άκριτη ταύτιση της ελληνικής κυβέρνησης με κάθε επιλογή της Ουάσινγκτον, στο όνομα ενός αόριστου «Δυτικού ημισφαιρίου», θυμίζει περισσότερο ψυχροπολεμική ρητορική παλαιάς κοπής παρά σύγχρονη εξωτερική πολιτική.
Και η κατακλείδα περί «φίλων των Μαδούρων» δείχνει πως, αντί για επιχειρήματα, προτιμάται η εύκολη πολιτική ταμπέλα.
Όταν ο αντι-ιμπεριαλισμός καταλήγει σε ιστορική ισοπέδωση και πολιτική τύφλωση
Στον αντίποδα, ο Πέτρος Φιλίππου, πρώην δήμαρχος Σαρωνικού, πρώην αντιπεριφερειάρχης Ανατ. Αττικής και στέλεχος της Νέας Αριστεράς, επιλέγει μια εξίσου ακραία και προβληματική διατύπωση.
Η παρομοίωση των ΗΠΑ και του Τραμπ με τον Χίτλερ και τις ναζιστικές επεκτάσεις στην Ευρώπη δεν αποτελεί απλώς ιστορική υπεραπλούστευση, αλλά επικίνδυνη σχετικοποίηση εγκλημάτων μοναδικής βαρύτητας.
Η καταγγελία περί «ναζιστικής επίθεσης» στη Βενεζουέλα μπορεί να διεγείρει το θυμικό, αλλά δεν συμβάλλει ούτε στην κατανόηση της κατάστασης ούτε στην ενίσχυση της αξιοπιστίας της κριτικής.
Ακόμη πιο προβληματική είναι η μονοδιάστατη εξιδανίκευση των κυβερνήσεων Ούγκο Τσάβες και Νικολάς Μαδούρο, με επίκληση προσωπικών εμπειριών και διεθνών αποστολών παρατηρητών, σαν να αρκούν αυτές για να σβήσουν τις καταγγελίες για αυταρχισμό, καταστολή, θεσμική διάβρωση και κοινωνική κατάρρευση.
Η αναφορά στον Τζίμι Κάρτερ λειτουργεί ως επιχείρημα αυθεντίας, χωρίς καμία αναφορά στις μεταγενέστερες εξελίξεις και στην πραγματική κατάσταση της χώρας.
Τελικά, και οι δύο τοποθετήσεις συναντώνται στο ίδιο αδιέξοδο: την εργαλειοποίηση του διεθνούς δικαίου και της ιστορίας για εσωτερική πολιτική κατανάλωση. Ο ένας το απορρίπτει ως εμπόδιο όταν δεν εξυπηρετεί τη γεωπολιτική «δράση», ο άλλος το επικαλείται επιλεκτικά, ντύνοντας την καταγγελία με όρους απόλυτου καλού και απόλυτου κακού.
Ανάμεσα στον «σωτήρα της Δύσης» και τον «παράφρονα ναζιστή εισβολέα», η ουσία χάνεται. Και μαζί της, η δυνατότητα μιας σοβαρής, τεκμηριωμένης συζήτησης για το τι πραγματικά συμβαίνει στη Βενεζουέλα, ποιος παραβιάζει τι –και με ποιο κόστος για τους λαούς που, όπως πάντα, μένουν απλώς θεατές στην ιδεολογική σύγκρουση.
























