Καιρός σήμερα και πρόγνωση καιρού για κάθε περιοχή

Με λέξεις βαριές –«ιστορική στιγμή», «κορυφαία διαδικασία», «γενναίες τομές», «εθνικός διάλογος»– ο Κυριάκος Μητσοτάκης άνοιξε επισήμως τη συζήτηση για τη Συνταγματική Αναθεώρηση.

Μισό αιώνα μετά το Σύνταγμα του 1975, η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι το θεσμικό πλαίσιο χρειάζεται «αναβάθμιση λογισμικού», ώστε να συμβαδίσει με την τεχνητή νοημοσύνη, την κλιματική κρίση και –κυρίως– με τις παθογένειες του ελληνικού κράτους που επιμένουν να επιβιώνουν κάθε μεταρρύθμισης.

Το αφήγημα είναι καθαρό: ένα πιο αποτελεσματικό Δημόσιο, λιγότερη καχυποψία για τους πολιτικούς, περισσότερη ανεξαρτησία στη Δικαιοσύνη, πανεπιστήμια χωρίς «μονοπώλια» και δημόσια οικονομικά που δεν θα ξαναβρεθούν «στα βράχια». Σχεδόν όλα όσα θα έλεγε μια κυβέρνηση που θέλει να δείξει ότι κοιτάζει το 2030.

Το πρόβλημα είναι πως το Σύνταγμα δεν αλλάζει με διαγγέλματα. Και οι πολιτικές συναινέσεις δεν γεννιούνται με ευχές.

Η διαδικασία που προσγειώνει τις εξαγγελίες

Η συζήτηση για την αναθεώρηση έχει κάτι από ελληνικό ρεαλισμό: όποιος βιάζεται, μάλλον απογοητεύεται. Η διαδικασία που προβλέπει το Σύνταγμα –στο άρθρο 110– είναι από μόνη της ένα τεστ αντοχής.

Πρώτα αποφασίζει η σημερινή Βουλή ποια άρθρα «ανοίγουν» και μετά, ύστερα από εκλογές, η επόμενη Βουλή είναι εκείνη που τα αναθεωρεί. Με αυξημένες πλειοψηφίες, διπλές ψηφοφορίες και το διαβόητο νούμερο 180 να αιωρείται σαν πολιτικός πήχης.

Με απλά λόγια, όποιος μιλά για «άμεσες αλλαγές», μάλλον μιλά για την επόμενη κοινοβουλευτική περίοδο. Και όποιος δεν μπορεί να συνεννοηθεί σήμερα ούτε για τα στοιχειώδη, δύσκολα θα βρει αύριο τα κουκιά για θεσμικές τομές. Η αναθεώρηση, δηλαδή, είναι λιγότερο νομικό ζήτημα και περισσότερο άσκηση πολιτικής εμπιστοσύνης. Κι εκεί η χώρα δεν φημίζεται για τις επιδόσεις της.

Το άρθρο 86 και η αιώνια σκιά της ατιμωρησίας

Στην κορυφή της ατζέντας βρίσκεται το περιβόητο άρθρο 86 για την ποινική ευθύνη υπουργών.

Ο Πρωθυπουργός επαναλαμβάνει ότι πρέπει να μπει ισχυρότερη συμμετοχή τακτικών δικαστών και να φύγει η υποψία ότι οι υπουργοί κρίνονται τελικά από τους κομματικούς συσχετισμούς της Βουλής.

Η κυβέρνηση το παρουσιάζει ως κίνηση αποκατάστασης της εμπιστοσύνης. Η αντιπολίτευση, όμως, ακούει τη λέξη «αλλαγή» και θυμάται τις φορές που –κατά την άποψή της– το ίδιο άρθρο λειτούργησε σαν ασπίδα προστασίας.

Από το ΠΑΣΟΚ – Κίνημα Αλλαγής μιλούν για υποκρισία, από τον ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία για πολιτική εργαλειοποίηση, ενώ το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας επιμένει ότι χρειάζεται κατάργηση και όχι «ρετουσάρισμα».

Έτσι, το άρθρο που υποτίθεται ότι θα έκλεινε μια πληγή, κινδυνεύει να γίνει το πρώτο πεδίο σύγκρουσης.

Το άρθρο 16 και η παλιά ιδεολογική γραμμή άμυνας

Στο μέτωπο της Παιδείας, η κυβέρνηση επαναφέρει την πιο γνώριμη μεταρρυθμιστική της σημαία: την αναθεώρηση του άρθρου 16 ώστε να επιτρέπονται μη κρατικά πανεπιστήμια.

Η επιχειρηματολογία είναι ότι η Ελλάδα έχει μείνει μια ευρωπαϊκή εξαίρεση και ότι η αγορά εκπαίδευσης λειτουργεί ήδη άτυπα, άρα χρειάζεται θεσμική καθαρότητα.

Για την αντιπολίτευση, ωστόσο, η λέξη «καθαρότητα» μεταφράζεται συχνά σε «εμπορευματοποίηση». Ο ΣΥΡΙΖΑ μιλά για ενίσχυση του δημόσιου πανεπιστημίου και όχι για άνοιγμα στην αγορά, το ΚΚΕ βλέπει ευθεία ιδιωτικοποίηση, ενώ το ΠΑΣΟΚ κρατά αποστάσεις, χωρίς να χαρίζει λευκή επιταγή.

Το άρθρο 16, όπως πάντα, δεν είναι απλώς νομικό θέμα. Είναι ιδεολογική γραμμή άμυνας. Και τέτοιες γραμμές δεν πέφτουν εύκολα.

Δημόσιο, αξιολόγηση και το «βαθύ κράτος»

Ακόμη πιο εκρηκτική είναι η συζήτηση για την αξιολόγηση στο Δημόσιο και τη σύνδεσή της με τη μονιμότητα.

Η κυβέρνηση θέλει να κατοχυρώσει συνταγματικά την αξιολόγηση, υποστηρίζοντας ότι μόνο έτσι το κράτος θα γίνει αποτελεσματικό και δεν θα μπορεί κάθε επόμενη κυβέρνηση να επιστρέφει σε λογικές «όλοι ίδιοι».

Η αντιπολίτευση ακούει «αξιολόγηση» και φοβάται «εκκαθαρίσεις». Ο ΣΥΡΙΖΑ μιλά για κερκόπορτα απολύσεων, το ΠΑΣΟΚ θυμίζει ότι υπάρχουν ήδη νόμοι που δεν εφαρμόζονται και κατηγορεί τη ΝΔ για πελατειακές πρακτικές, ενώ το ΚΚΕ κάνει λόγο για ευθεία επίθεση στα εργασιακά δικαιώματα.

Το αποτέλεσμα είναι η γνωστή ελληνική αντίφαση: όλοι συμφωνούν ότι το Δημόσιο χρειάζεται να δουλεύει καλύτερα, αλλά κανείς δεν εμπιστεύεται τον άλλον να κρατά το τιμόνι της «αξιολόγησης».

Δικαιοσύνη και θεσμικές εγγυήσεις

Στο πακέτο μπαίνει και η αλλαγή στον τρόπο επιλογής της ηγεσίας των ανώτατων δικαστηρίων, με μεγαλύτερο ρόλο των ίδιων των δικαστών.

Η κυβέρνηση μιλά για ενίσχυση της ανεξαρτησίας. Η αντιπολίτευση απαντά ότι ανεξαρτησία δεν σημαίνει απλώς αλλαγή διαδικασίας, αλλά αλλαγή νοοτροπίας.

Σε μια χώρα όπου κάθε απόφαση της Δικαιοσύνης ερμηνεύεται πολιτικά πριν καν διαβαστεί, το να πείσεις ότι το σύστημα γίνεται πιο ανεξάρτητο ίσως αποδειχθεί πιο δύσκολο από το να το γράψεις στο Σύνταγμα.

Η πολιτική πραγματικότητα πίσω από τις λέξεις

Στο τέλος της ημέρας, το μεγάλο στοίχημα δεν είναι ποια άρθρα θα ανοίξουν, αλλά αν υπάρχει το πολιτικό κλίμα για να κλείσουν. Η κυβέρνηση ζητά συναίνεση. Η αντιπολίτευση ζητά αξιοπιστία. Και οι δύο μιλούν για θεσμούς, αλλά ξεκινούν από τη βεβαιότητα ότι ο άλλος κινείται με ιδιοτέλεια.

Κάπως έτσι, η «κορυφαία διαδικασία» κινδυνεύει να γίνει ακόμη μία άσκηση υψηλής ρητορικής, όπου όλοι συμφωνούν ότι το Σύνταγμα πρέπει να αλλάξει – αρκεί να μην αλλάξει με τους όρους του αντιπάλου.

Και τελικά, ίσως το πιο δύσκολο άρθρο προς αναθεώρηση να μην είναι καν γραμμένο στο κείμενο. Να είναι αυτό της πολιτικής εμπιστοσύνης, που εδώ και χρόνια μένει μονίμως εκτός ημερήσιας διάταξης.

Περιφέρεια

Αυτοδιοίκηση

Αθλητικά

Παραπολιτικα

Υγεία Επιστήμη

Τετράποδες Ιστορίες

Καιρός

notioanatolika.gr