Σε εξέλιξη βρίσκεται αστυνομική επιχείρηση στον οικισμό του Ήμερου Πεύκου στα Σπάτα, όπου έχει ταμπουρωθεί στο σπίτι του ο 75χρονος Χρήστος Μαυρίκης, πρόσωπο γνωστό από παλαιότερες υποθέσεις υποκλοπών.
Σύμφωνα με πληροφορίες, ο Μαυρίκης φέρεται να πυροβόλησε δύο φορές στον αέρα, προκαλώντας αναστάτωση στη γειτονιά. Έπειτα εισήλθε στην κατοικία του και παραμένει μέσα, με την αστυνομία να έχει αποκλείσει την περιοχή.
Στο σημείο αναπτύχθηκαν ισχυρές δυνάμεις της ΕΛ.ΑΣ., ενώ έχει μεταβεί και διαπραγματευτής προκειμένου να υπάρξει ειρηνική εκτόνωση της κατάστασης.
Αργά το βράδυ της Δευτέρας (16/02), οι αστυνομικοί εισέβαλαν στο σπίτι του, αλλά ο δράστης δεν ήταν μέσα, καθώς είχε προλάβει και είχε διαφύγει.
Εντέλει, τον εντόπισαν έξω από το σπίτι, σε κοντινή απόσταση, και τον συνέλαβαν.
Ποιος είναι ο Χρ. Μαυρίκης
Στην ελληνική δημόσια ζωή υπάρχουν πρόσωπα που δεν χρειάζονται ιδιότητα για να αναγνωριστούν. Αρκεί ένα παρατσούκλι. Στην περίπτωση του Χρήστου Μαυρίκη, το όνομα σχεδόν εξαφανίστηκε πίσω από τον χαρακτηρισμό που τον ακολουθεί εδώ και τρεις δεκαετίες: «ο εθνικός κοριός».
Ο Μαυρίκης δεν προερχόταν από μυστικές υπηρεσίες ούτε από κάποιον σκοτεινό κρατικό μηχανισμό. Ήταν τεχνικός του ΟΤΕ — δηλαδή άνθρωπος του δικτύου.
Σε μια εποχή αναλογικής τηλεφωνίας, όπου τα ΚΑΦΑΟ της γειτονιάς λειτουργούσαν ως κόμβοι επικοινωνίας ολόκληρων συνοικιών, η πρόσβαση στη γραμμή ισοδυναμούσε με πρόσβαση στην πληροφορία.
Με απλά μέσα — καλώδια, συνδέσεις και κασετόφωνα — μπορούσε να ακούει συνομιλίες χωρίς να αφήνει σχεδόν ίχνος.
Κάπως έτσι, στα τέλη της δεκαετίας του ’80, δημιουργήθηκε ένα άτυπο δίκτυο παρακολουθήσεων που γρήγορα ξέφυγε από τα όρια της ιδιωτικής περιέργειας.
Πολιτικοί, δημοσιογράφοι και επιχειρηματίες βρέθηκαν να συνομιλούν χωρίς να γνωρίζουν ότι υπάρχει τρίτος ακροατής.
Η δράση του συνδέθηκε με το εκρηκτικό πολιτικό κλίμα της περιόδου 1989-1993 — της εποχής που έμεινε γνωστή ως «βρώμικο ’89».
Τότε, η χώρα βίωνε αλλεπάλληλες εκλογές, συγκρούσεις κορυφής και πρωτοφανή πόλωση. Οι κασέτες έγιναν πολιτικό εργαλείο.
Όταν το σκάνδαλο αποκαλύφθηκε το 1993, η Ελλάδα ανακάλυψε μαζικά κάτι που μέχρι τότε θεωρούσε σενάριο ταινίας: ότι η τηλεφωνική επικοινωνία μπορούσε να μετατραπεί σε δημόσιο αρχείο.
Ο Μαυρίκης παραδέχθηκε τις υποκλοπές και μετατράπηκε σε κεντρικό πρόσωπο ενός από τα μεγαλύτερα μεταπολιτευτικά πολιτικά επεισόδια. Δεν ήταν πια τεχνικός· έγινε σύμβολο μιας σκοτεινής μεθόδου άσκησης πολιτικής πίεσης.
Οι δικαστικές συνέπειες ήρθαν αργότερα. Στα τέλη της δεκαετίας του ’90 καταδικάστηκε για παραβίαση απορρήτου επικοινωνιών και άλλες πράξεις που συνδέονταν με τις παρακολουθήσεις.
Θα περίμενε κανείς ότι η ιστορία θα έκλεινε εκεί, ως υπόθεση μιας ταραγμένης εποχής αναλογικής τεχνολογίας. Δεν έκλεισε.
Το όνομά του επανεμφανιζόταν περιοδικά στη δημοσιότητα τις επόμενες δεκαετίες, με νέες υποθέσεις και νέες κατηγορίες — άσχετες πλέον με τα τηλεφωνικά καλώδια αλλά όχι με τη σκιά της επιρροής και της πίεσης.
Μέχρι και πρόσφατα, βρέθηκε ξανά αντιμέτωπος με τη Δικαιοσύνη, αποδεικνύοντας ότι για ορισμένες φιγούρες της μεταπολίτευσης ο χρόνος λειτουργεί περισσότερο ως κύκλος παρά ως ευθεία.
Ο Χρήστος Μαυρίκης δεν έμεινε στην ιστορία επειδή έκανε απλώς υποκλοπές.
Έμεινε επειδή προσωποποίησε μια ολόκληρη περίοδο όπου η πολιτική σύγκρουση πέρασε μέσα από τα τηλεφωνικά καλώδια.
Από τότε, κάθε φορά που ξεσπά στην Ελλάδα υπόθεση παρακολουθήσεων, το όνομά του επανέρχεται — όχι ως κατηγορούμενος απαραίτητα, αλλά ως σημείο αναφοράς. Σαν να μην περιγράφει πια έναν άνθρωπο, αλλά μια μέθοδο.
























