Το προφίλ ενός «νέου», συμμετοχικού και διεκδικητικού αυτοδιοικητικού επιχειρεί να σκιαγραφήσει η συνέντευξη του Χάρη Ζαγουρή, ανεξάρτητου δημοτικού συμβούλου και ιδρυτή της όψιμης παράταξης «Δήμος για Όλους», η οποία παραχωρήθηκε στο έντυπο «Δήμος – Ντελάλης».
Ωστόσο, πίσω από τη ρητορική περί διαφάνειας, συμμετοχής και δήμου «όλων», αναδύεται ένα αφήγημα γενικών διαπιστώσεων, χωρίς σαφείς δεσμεύσεις, χωρίς συγκεκριμένο σχέδιο και, κυρίως, χωρίς ουσιαστική πολιτική αυτοκριτική.
Η κεντρική φράση που επαναλαμβάνεται –«όχι δήμαρχος φίλων και κολλητών, όχι λευκή πετσέτα»– λειτουργεί περισσότερο ως σύνθημα παρά ως πολιτική θέση.
Δεν συνοδεύεται από συγκεκριμένα παραδείγματα πρακτικών που ο ίδιος προτίθεται να καταργήσει ή από θεσμικές τομές που δεσμεύεται να εφαρμόσει.
Ρητορική «διεκδίκησης» χωρίς συγκεκριμένες δεσμεύσεις
Η επίκληση της «διεκδίκησης» παραμένει ασαφής: διεκδίκηση από ποιον, με ποια εργαλεία και με ποιο κόστος για τον δήμο;
Στη συνέντευξη δεν αποσαφηνίζεται αν μιλά για συγκρούσεις με την κεντρική διοίκηση, για καλύτερη αξιοποίηση χρηματοδοτικών εργαλείων ή απλώς για μια γενικόλογη στάση «σκληρής διαπραγμάτευσης».
Το αποτέλεσμα είναι μια έννοια φορτισμένη επικοινωνιακά, αλλά πολιτικά κενή περιεχομένου.
Κριτική στο παρελθόν χωρίς σαφή εικόνα για το αύριο
Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι, ενώ ο κ. Ζαγουρής αναφέρεται επανειλημμένα στα «25 χρόνια διοίκησης» της σημερινής δημοτικής αρχής, αποφεύγει επιμελώς να εξηγήσει τι ακριβώς θα έκανε διαφορετικά την επόμενη ημέρα.
Η κριτική του περιορίζεται σε μια γενική διαπίστωση «καθυστέρησης» και «στασιμότητας», χωρίς αριθμούς, χωρίς έργα-παραδείγματα και χωρίς συγκριτικά στοιχεία.
Πρόκειται για μια ασφαλή, αλλά πολιτικά αναιμική επιλογή, που θυμίζει περισσότερο προεκλογικό πλαίσιο παρά σοβαρή αποτίμηση διοίκησης.
Η «συμμετοχή των πολιτών» ως γενική υπόσχεση, όχι ως μηχανισμός
Ακόμη πιο προβληματική είναι η επίμονη αναφορά στη «συμμετοχή των πολιτών» ως σχεδόν πανάκεια για όλα τα προβλήματα της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.
Η συμμετοχή, ωστόσο, δεν είναι αυτονόητα δημοκρατική ούτε αυτόματα αποτελεσματική. Απαιτεί δομές, κανόνες και σαφή όρια ευθύνης.
Στη συνέντευξη δεν διευκρινίζεται πώς θα αποτραπεί η μετατροπή της «συμμετοχής» σε επικοινωνιακό άλλοθι ή σε μηχανισμό άτυπων επιρροών.
Η επίκληση της προσωπικής ηθικής και της πατρικής ιδιότητας, τέλος, λειτουργεί περισσότερο συναισθηματικά παρά πολιτικά.
Συνολικά, η συνέντευξη καταγράφει μια προσπάθεια πολιτικής τοποθέτησης με έντονο ηθικό φορτίο, αλλά με εμφανές έλλειμμα συγκεκριμένων πολιτικών απαντήσεων.
Το ζητούμενο δεν είναι η πρόθεση, αλλά η ικανότητα διοίκησης και το εφαρμόσιμο σχέδιο.
























