Την ώρα που ο υπουργός Υγείας Άδωνις Γεωργιάδης περιοδεύει σε τηλεοπτικά πάνελ διαβεβαιώνοντας ότι «το ΕΣΥ αναβαθμίζεται», ότι «η ποιότητα των υπηρεσιών βελτιώνεται» και ότι «ο ασθενής βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο», μια επώνυμη καταγγελία για περιστατικό που σημειώθηκε την Κυριακή 11 Ιανουαρίου σε δημόσιο νοσοκομείο της Αθήνας αποτυπώνει μια εντελώς διαφορετική — και βαθιά ανησυχητική — πραγματικότητα.
Όταν το «επείγον» μετατρέπεται σε πολύωρη αναμονή
Μια ηλικιωμένη γυναίκα, κάτοικος Παλλήνης, μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών με συμπτώματα που ακόμη και πρωτοετής φοιτητής Ιατρικής αναγνωρίζει ως ύποπτα για σοβαρό νευρολογικό επεισόδιο: γενικευμένο μούδιασμα, δυσκολία στην κατάποση.
Κι όμως: μετά το τυπικό triage (διαλογή ασθενών), ακολουθούν πάνω από τρεις ώρες αναμονής χωρίς επανεκτίμηση, χωρίς ουσιαστική ιατρική παρακολούθηση, χωρίς καμία παρέμβαση.
Σαν να μην έφτανε αυτό, η συνοδός της — άτομο με αναπηρία και χρόνια νευρολογική πάθηση — καταρρέει μέσα στο ίδιο το ΤΕΠ.
Αντί να σημάνει δεύτερος συναγερμός, αντί να ενεργοποιηθεί στοιχειώδης υγειονομική φροντίδα, η «αντιμετώπιση» περιορίζεται, σύμφωνα με την καταγγελία, στο να της φέρουν… μια καρέκλα. Ούτε έλεγχος, ούτε ιατρική εκτίμηση, ούτε φροντίδα. Μόνο εγκατάλειψη.
Όταν τελικά η ηλικιωμένη εξετάζεται, η ιατρική πράξη περιορίζεται σε μια πρόχειρη λήψη ιστορικού και σε μία αξονική τομογραφία.
Δεν χορηγείται καμία αγωγή. Δεν ζητούνται περαιτέρω εξετάσεις. Δεν αποφασίζεται εισαγωγή. Δεν ενεργοποιείται κανένα πρωτόκολλο επείγοντος.
Η στιγμή που η αμέλεια αγγίζει τα όρια του σκανδάλου
Και εδώ έρχεται το πιο εξοργιστικό στοιχείο: Στην οικογένεια φέρεται να ανακοινώνεται ότι η απεικόνιση δείχνει εγκεφαλική ατροφία — και παρ’ όλα αυτά, η ασθενής δεν εισάγεται, δεν παρακολουθείται, δεν αντιμετωπίζεται ως επείγον. Αντίθετα, της προτείνεται απλώς να απευθυνθεί σε… εξωτερικό νευρολόγο.
Αν αυτή η περιγραφή ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, τότε δεν μιλάμε για «δυσλειτουργία». Μιλάμε για δυνητικά επικίνδυνη αμέλεια. Και για ένα σύστημα που έχει αρχίσει να θεωρεί φυσιολογικό να παίζει κορώνα–γράμματα την ασφάλεια των ασθενών.
Η ίδια καταγγελία περιγράφει και κάτι ακόμη: πλήρη έλλειψη λογοδοσίας. Ούτε καν το όνομα της εφημερεύουσας ιατρού δεν γνωστοποιήθηκε στην οικογένεια. Σε ένα δημόσιο νοσοκομείο. Σε μια δημόσια υπηρεσία. Σε ένα σύστημα που —υποτίθεται— λειτουργεί με διαφάνεια.
Εδώ ακριβώς συνθλίβεται το αφήγημα του υπουργείου Υγείας. Γιατί την ώρα που ο Άδωνις Γεωργιάδης μιλά για «ποιοτική αναβάθμιση», «νέα εποχή για τα ΤΕΠ» και «βελτιωμένη εμπειρία ασθενών», πολίτες βιώνουν αναμονές ωρών σε περιστατικά υψηλού κινδύνου, πρόχειρη ιατρική κρίση και συμπεριφορές που δεν συνάδουν ούτε με την επιστήμη ούτε με την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.
Το χάσμα ανάμεσα στην επικοινωνιακή εικόνα και την πραγματικότητα δεν είναι απλώς πολιτικό. Είναι επικίνδυνο. Γιατί όταν οι κυβερνώντες πείθουν πρώτα τους εαυτούς τους ότι «όλα πάνε καλύτερα», τότε παύουν να βλέπουν αυτούς που καταρρέουν στις καρέκλες των ΤΕΠ.
Χωρίς ονόματα, χωρίς ευθύνες, χωρίς λογοδοσία
Η καταγγελία είναι επώνυμη, έχει κατατεθεί από την κόρη της ασθενούς και τα πλήρη στοιχεία της βρίσκονται στη διάθεση της συντακτικής ομάδας του notioanatolika.gr, γεγονός που προσδίδει πρόσθετη αξιοπιστία και βαρύτητα στην υπόθεση.
Η υπόθεση βρίσκεται πλέον ενώπιον της διοίκησης του νοσοκομείου. Όμως το πραγματικό ερώτημα παραμένει: Πόσες ακόμη παρόμοιες δεν φτάνουν ποτέ στη δημοσιότητα;
Και πόσο ακόμη θα αντέχει ένα σύστημα που επενδύει περισσότερο στην επικοινωνία παρά στην πραγματική φροντίδα;
























