Η σύγκρουση ανάμεσα στο Ισραήλ και το Ιράν θα μπορούσε να κρατήσει εβδομάδες, σύμφωνα με εκτιμήσεις αξιωματούχων σε Τελ Αβίβ και Ουάσιγκτον.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες δηλώνουν ότι έχουν τη στρατιωτική δυνατότητα να στηρίξουν μια παρατεταμένη αναμέτρηση.
Για το Ισραήλ όμως τα πράγματα είναι πιο σύνθετα, καθώς η χώρα βρίσκεται ήδη εδώ και χρόνια σε διαρκείς στρατιωτικές επιχειρήσεις στη Γάζα, στον Λίβανο και στη Συρία.
Από τη στιγμή που ξεκίνησαν οι επιθέσεις στο Ιράν, το Ισραήλ δέχεται συνεχείς πυραυλικές επιθέσεις και επιθέσεις με drones.
Οι σειρήνες αεροπορικού συναγερμού ακούγονται συχνά, τα σχολεία έχουν κλείσει και δεκάδες χιλιάδες έφεδροι έχουν κληθεί στον στρατό.
Πόλεις όπως η Χάιφα και το Τελ Αβίβ έχουν βρεθεί στο στόχαστρο, ενώ οι υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης βρίσκονται σε συνεχή κινητοποίηση.
Πολλοί πολίτες περνούν μεγάλο μέρος της ημέρας σε καταφύγια, κάτι που δεν ήταν συνηθισμένο για την καθημερινότητα στο εσωτερικό της χώρας.
Παρά τις δυσκολίες, η στήριξη του πολέμου μέσα στο Ισραήλ παραμένει υψηλή.
Πολλοί πολίτες θεωρούν το Ιράν τον βασικό αντίπαλο της χώρας και πιστεύουν ότι η σύγκρουση είναι αναπόφευκτη. Στο πολιτικό επίπεδο, σχεδόν όλα τα κόμματα έχουν στηρίξει την κυβέρνηση.
Αναλυτές επισημαίνουν ότι τα τελευταία χρόνια η ισραηλινή κοινωνία γίνεται όλο και πιο σκληρή πολιτικά.
Πολιτικοί της άκρας δεξιάς έχουν πλέον σημαντικό ρόλο στην κυβέρνηση, ενώ η πολιτική ένταση και οι οικονομικές δυσκολίες οδηγούν αρκετούς νέους να φεύγουν από τη χώρα.
Το στρατιωτικό ζήτημα
Ένα από τα βασικά ερωτήματα είναι αν το Ισραήλ μπορεί να αντέξει στρατιωτικά έναν πόλεμο μεγάλης διάρκειας απέναντι στο Ιράν.
Σύμφωνα με αναλυτές, μέσα στις πρώτες τρεις ημέρες της σύγκρουσης το Ιράν εκτόξευσε περισσότερους από 200 βαλλιστικούς πυραύλους προς το Ισραήλ. Σε μια προηγούμενη σύγκρουση μικρότερης διάρκειας είχαν εκτοξευθεί περίπου 500.
Για να αναχαιτιστεί κάθε πύραυλος, το Ισραήλ πρέπει να εκτοξεύσει δικό του πύραυλο αναχαίτισης. Αυτό σημαίνει ότι όσο περισσότερο διαρκεί ο πόλεμος, τόσο περισσότερο μειώνονται τα αποθέματα αυτών των πυραύλων.
Η ισραηλινή αεράμυνα βασίζεται σε τρία βασικά συστήματα:
- το Iron Dome, που αντιμετωπίζει ρουκέτες μικρού βεληνεκούς,
- το David’s Sling, που αντιμετωπίζει πυραύλους μεγαλύτερης εμβέλειας και
- τα Arrow, που έχουν σχεδιαστεί για βαλλιστικούς πυραύλους.
Το Ισραήλ δεν αποκαλύπτει πόσους πυραύλους αναχαίτισης διαθέτει. Ωστόσο, υπάρχουν ενδείξεις ότι τα αποθέματα μειώνονται όταν οι επιθέσεις είναι συνεχείς.
Σε μια μακρά σύγκρουση αυτό θα μπορούσε να σημαίνει ότι θα δοθεί προτεραιότητα στην προστασία στρατιωτικών στόχων, κάτι που αυξάνει τον κίνδυνο για τους αμάχους.
Από την άλλη πλευρά, το Ιράν φαίνεται να συνεχίζει την παραγωγή βαλλιστικών πυραύλων, γεγονός που δείχνει ότι μπορεί να διαθέτει σημαντικά αποθέματα.
Παρ’ όλα αυτά, οι ειδικοί τονίζουν ότι οι πύραυλοι από μόνοι τους δεν αρκούν. Για να χρησιμοποιηθούν χρειάζονται και συστήματα εκτόξευσης, τα οποία αποτελούν βασικό στόχο των ισραηλινών και αμερικανικών επιθέσεων.
Η οικονομική πίεση
Τα συνεχή πολεμικά μέτωπα έχουν επίσης επιβαρύνει την οικονομία του Ισραήλ.
Μόνο το 2024 οι στρατιωτικές επιχειρήσεις στη Γάζα και στον Λίβανο κόστισαν περίπου 31 δισεκατομμύρια δολάρια. Το 2025 οι δαπάνες για τον πόλεμο υπολογίζεται ότι έφτασαν τα 55 δισεκατομμύρια.
Το αυξημένο κόστος έχει πιέσει τον κρατικό προϋπολογισμό και έχει οδηγήσει ακόμη και σε υποβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας από διεθνείς οίκους αξιολόγησης.
Ωστόσο, πολλοί αναλυτές εκτιμούν ότι η οικονομία από μόνη της δύσκολα θα σταματήσει μια στρατιωτική επιχείρηση. Όπως σημειώνουν, καθοριστικό ρόλο παίζει κυρίως η στρατιωτική τεχνολογία και η στήριξη των Ηνωμένων Πολιτειών.
Αν αυτή η στήριξη συνεχιστεί, το Ισραήλ μπορεί να διατηρήσει τις στρατιωτικές επιχειρήσεις για αρκετό ακόμη διάστημα, ακόμη και υπό οικονομική πίεση.
Πηγή: aljazeera.com
























