Η διάρκεια της κρίσης στη Μέση Ανατολή είναι ο βασικός παράγοντας που θα καθορίσει το μέγεθος των επιπτώσεων στην οικονομία.
Αυτό επισημαίνουν στελέχη του οικονομικού επιτελείου της κυβέρνησης, καθώς η ένταση στην περιοχή συνεχίζεται για περισσότερο από μία εβδομάδα και οι διεθνείς αγορές παρακολουθούν με αυξανόμενη ανησυχία τις εξελίξεις.
Συναγερμός στο οικονομικό επιτελείο
Στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους έχει στηθεί ένα άτυπο «στρατηγείο» παρακολούθησης της κατάστασης, όπου οι εξελίξεις αξιολογούνται σχεδόν σε πραγματικό χρόνο.
Οι αρμόδιες υπηρεσίες εξετάζουν συνεχώς τα δεδομένα και τα πιθανά σενάρια για τις επιπτώσεις στα βασικά μεγέθη της ελληνικής οικονομίας.
Σε πρώτη φάση, σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές, η αντιμετώπιση γίνεται με ψυχραιμία. Ωστόσο, η κυβέρνηση δηλώνει ότι βρίσκεται σε ετοιμότητα να παρέμβει, εφόσον χρειαστεί, προκειμένου να στηρίξει νοικοκυριά και επιχειρήσεις που ενδέχεται να επηρεαστούν.
Το μεγάλο ρίσκο: η εκτίναξη της ενέργειας
Το μεγαλύτερο σημείο ανησυχίας αφορά τις τιμές της ενέργειας. Το θέμα αναμένεται να βρεθεί ψηλά στην ατζέντα του Eurogroup, ενώ εκτιμάται ότι θα απασχολήσει έντονα και το Euro Summit της 19ης Μαρτίου.
Η ανησυχία συνδέεται κυρίως με τη στρατηγική σημασία των Στενών του Ορμούζ, από τα οποία διέρχεται περίπου το 20% έως 30% της παγκόσμιας παραγωγής πετρελαίου. Οποιαδήποτε διαταραχή στη διέλευση επηρεάζει άμεσα τις διεθνείς αγορές ενέργειας και μπορεί να οδηγήσει σε σημαντικές αυξήσεις τιμών.
Ήδη οι τιμές του πετρελαίου έχουν εκτιναχθεί. Το αμερικανικό αργό (WTI) ξεπέρασε τα 114 δολάρια το βαρέλι, ενώ το Brent κινήθηκε πάνω από τα 113 δολάρια, καταγράφοντας αυξήσεις άνω του 20% μέσα σε λίγες ημέρες, καθώς οι αγορές αντιδρούν στην ένταση στη Μέση Ανατολή και στις ανησυχίες για τη λειτουργία των Στενών του Ορμούζ.
Οι πιθανές επιπτώσεις στην ελληνική οικονομία
Για την ελληνική οικονομία, ένα ισχυρό ενεργειακό σοκ μπορεί να προκαλέσει αλυσιδωτές επιπτώσεις. Η αύξηση των τιμών της ενέργειας τροφοδοτεί τον πληθωρισμό, μειώνει την αγοραστική δύναμη των πολιτών και αυξάνει το λειτουργικό κόστος των επιχειρήσεων.
Οι πιέσεις θα είναι ιδιαίτερα αισθητές σε κλάδους όπως η βιομηχανία, η αγροτική παραγωγή και οι μεταφορές. Ήδη καταγράφονται αυξήσεις στις τιμές των λιπασμάτων, γεγονός που μπορεί να μετακυλιστεί στο κόστος παραγωγής τροφίμων.
Σύμφωνα με το δυσμενές σενάριο του κρατικού προϋπολογισμού, εάν η τιμή του πετρελαίου παραμείνει για μεγάλο χρονικό διάστημα πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι, η ιδιωτική κατανάλωση θα μπορούσε να μειωθεί κατά περίπου 0,7%, ενώ οι επενδύσεις θα υποχωρήσουν κατά περίπου 0,9%.
Την ίδια στιγμή ο πληθωρισμός θα μπορούσε να αυξηθεί στο 4,7%, έναντι πρόβλεψης 2,2%, ενώ η ανάπτυξη της οικονομίας θα επιβραδυνθεί στο 1,9% αντί για 2,4%.
Ωστόσο, για να επαληθευτεί αυτό το δυσμενές σενάριο, οι διεθνείς τιμές του πετρελαίου θα πρέπει να παραμείνουν σε αυτά τα επίπεδα για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Παράπλευρες επιπτώσεις σε τουρισμό και ναυτιλία
Η παρατεταμένη ένταση μπορεί να επηρεάσει και άλλους τομείς της οικονομίας. Στον τουρισμό, για παράδειγμα, παρότι η Ελλάδα θεωρείται ασφαλής προορισμός, σε περιόδους γεωπολιτικής αστάθειας συχνά επιβραδύνονται οι διεθνείς ταξιδιωτικές ροές.
Παράλληλα, η αβεβαιότητα επηρεάζει και τις επενδύσεις, ενώ ήδη καταγράφεται αύξηση στα ασφάλιστρα κινδύνου στη ναυτιλία. Οι διεθνείς μεταφορές γίνονται ακριβότερες, κάτι που επηρεάζει συνολικά το κόστος του εμπορίου.
Τα μέτρα που εξετάζει η κυβέρνηση
Όπως ανέφερε και ο πρωθυπουργός στη Βουλή, τα συναρμόδια υπουργεία βρίσκονται σε ετοιμότητα για προληπτικά μέτρα αλλά και παρεμβάσεις στήριξης, εφόσον η κατάσταση επιδεινωθεί.
Σε πρώτη φάση προβλέπονται εντατικοί έλεγχοι στην αγορά καυσίμων από τις αρμόδιες αρχές, καθώς και συνεχής παρακολούθηση των αποθεμάτων τόσο ενεργειακών προϊόντων όσο και βασικών αγαθών.
Εάν η τιμή του πετρελαίου παραμείνει για έναν μήνα γύρω στα 100 δολάρια το βαρέλι, εξετάζεται το ενδεχόμενο ενεργοποίησης νέων παρεμβάσεων στήριξης για τα νοικοκυριά, με εργαλεία παρόμοια με αυτά που χρησιμοποιήθηκαν την περίοδο της ενεργειακής κρίσης.
Τα «pass» που θα μπορούσαν να επιστρέψουν
Μεταξύ των σεναρίων που συζητούνται είναι η επαναφορά μέτρων τύπου Fuel Pass ή Market Pass, τα οποία είχαν εφαρμοστεί την περίοδο της ενεργειακής κρίσης για να απορροφηθεί μέρος της ακρίβειας.
Το Fuel Pass ήταν επίδομα για την κάλυψη μέρους του κόστους καυσίμων κίνησης και δινόταν σε ιδιοκτήτες οχημάτων μέσω ψηφιακής κάρτας ή τραπεζικού λογαριασμού. Στον δεύτερο κύκλο του μέτρου η ενίσχυση έφτανε έως περίπου 80 ευρώ για αυτοκίνητα σε ηπειρωτικές περιοχές και έως 100 ευρώ στα νησιά για τρίμηνη περίοδο κατανάλωσης καυσίμων.
Το Market Pass, από την άλλη πλευρά, στόχευε στην ενίσχυση των νοικοκυριών για την αντιμετώπιση της ακρίβειας στα τρόφιμα και κάλυπτε μέρος των δαπανών για αγορές βασικών αγαθών, ιδιαίτερα ειδών διατροφής, σε μια περίοδο αυξημένου πληθωρισμού.
Στο παρελθόν είχαν εφαρμοστεί επίσης και άλλα μέτρα, όπως το Power Pass για την επιστροφή μέρους των αυξήσεων στους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος, που είχε καταβληθεί σε εκατοντάδες χιλιάδες καταναλωτές.
Οι φοροελαφρύνσεις του 2027
Παρά την αβεβαιότητα που προκαλούν οι διεθνείς εξελίξεις, κυβερνητικές πηγές επισημαίνουν ότι το βασικό πακέτο φοροελαφρύνσεων για το 2027, ύψους περίπου 800 έως 900 εκατομμυρίων ευρώ, δεν τίθεται προς το παρόν υπό αμφισβήτηση.
Το ερώτημα που παραμένει ανοικτό είναι εάν θα μπορέσει να δημιουργηθεί πρόσθετος δημοσιονομικός χώρος από την αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής, ειδικά στην περίπτωση που η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή επηρεάσει τα φορολογικά έσοδα.
Όπως σημειώνουν κυβερνητικά στελέχη, προς το παρόν η ελληνική οικονομία δείχνει αντοχές. Αν όμως η κρίση παραταθεί και οι τιμές της ενέργειας παραμείνουν σε υψηλά επίπεδα, τότε δεν αποκλείεται να χρειαστούν παρεμβάσεις όχι μόνο σε εθνικό αλλά και σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
























