Καιρός σήμερα και πρόγνωση καιρού για κάθε περιοχή

Όσο οι δικογραφίες για τον ΟΠΕΚΕΠΕ φτάνουν η μία μετά την άλλη στη Βουλή, τόσο πιο δύσκολο γίνεται για την κυβέρνηση να πείσει ότι πρόκειται απλώς για μια ακόμη «διαχρονική παθογένεια».

Το πολιτικό πρόβλημα για το Μέγαρο Μαξίμου δεν είναι μόνο ότι η υπόθεση παραμένει ανοιχτή, αλλά ότι αποκτά όλο και πιο καθαρό κομματικό αποτύπωμα: τα πρόσωπα πληθαίνουν, οι αναφορές αφορούν αποκλειστικά βουλευτές και στελέχη της ΝΔ και η αντιπολίτευση βλέπει πλέον όχι απλώς ένα σκάνδαλο κακοδιαχείρισης, αλλά ένα οργανωμένο σύστημα πολιτικών παρεμβάσεων γύρω από τη διαχείριση ευρωπαϊκών πόρων.

Μέσα σε αυτό το σκηνικό, η πρωθυπουργική πρόταση για ασυμβίβαστο υπουργού και βουλευτή μοιάζει, για τους επικριτές της κυβέρνησης, λιγότερο με θεσμική τομή και περισσότερο με απόπειρα αλλαγής της ατζέντας.

Με απλά λόγια: ο ΟΠΕΚΕΠΕ καίει, οι αποκαλύψεις δεν σταματούν και το Μαξίμου επιχειρεί να μεταφέρει τη συζήτηση από τις ευθύνες στο… μέλλον του πολιτικού συστήματος.

Ομόφωνη εισήγηση για άρση ασυλίας 11 βουλευτών

Η τελευταία κοινοβουλευτική εξέλιξη είναι ενδεικτική του βάρους που έχει πάρει η υπόθεση. Η επιτροπή Δεοντολογίας της Βουλής εισηγήθηκε ομόφωνα την άρση ασυλίας 11 εν ενεργεία βουλευτών της ΝΔ, τα ονόματα των οποίων περιλαμβάνονται στη δικογραφία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για τον ΟΠΕΚΕΠΕ.

Από τους 11, μόνο δύο επέλεξαν να εμφανιστούν αυτοπροσώπως ενώπιον της επιτροπής: ο Κώστας Τσιάρας και ο Νότης Μηταράκης.

Οι υπόλοιποι κατέθεσαν γραπτά υπομνήματα, ζητώντας επίσης την άρση της ασυλίας τους, με το επιχείρημα ότι θέλουν να αποδείξουν την αθωότητά τους και να «λάμψει η αλήθεια».

Ο Κώστας Τσιάρας υποστήριξε ότι η υπόθεσή του αφορούσε ένα «νόμιμο αίτημα αδύναμου πολίτη» που είχε πληγεί από τον «Ιανό», ενώ ο Νότης Μηταράκης ανέφερε ότι το γραφείο του κινήθηκε εντός του πλαισίου της κοινοβουλευτικής δραστηριότητας, προωθώντας αιτήματα πολιτών που θεωρούσαν ότι είχαν αδικηθεί από τη διοίκηση.

Αυτή είναι η μία ανάγνωση. Η άλλη, την οποία προβάλλει η αντιπολίτευση, είναι ότι δεν πρόκειται για απλή διαμεσολάβηση βουλευτών υπέρ πολιτών, αλλά για ένα πλέγμα παρεμβάσεων που ακουμπά πληρωμές, ελέγχους, πρόστιμα, επιστροφές και, τελικά, τη διαχείριση κοινοτικών χρημάτων.

Γι’ αυτό και τα κόμματα της αντιπολίτευσης μιλούν πλέον ανοιχτά για «γαλάζιο σκάνδαλο» με θεσμικό και όχι μόνο ποινικό βάρος.

Και νέα δικογραφία στη Βουλή

Σαν να μην έφτανε η υπόθεση των 11, διαβιβάστηκε ήδη στη Βουλή και νέα δικογραφία που αφορά τους βουλευτές της ΝΔ Χαράλαμπο Αθανασίου και Τάσο Χατζηβασιλείου.

Η αίτηση άρσης ασυλίας τους θα εισαχθεί στην επιτροπή Δεοντολογίας στις 20 Απριλίου, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι η υπόθεση όχι μόνο δεν κλείνει, αλλά συνεχίζει να ξεδιπλώνεται.

Αυτό ακριβώς είναι και το στοιχείο που βαραίνει πολιτικά την κυβέρνηση: δεν πρόκειται για ένα εφάπαξ σοκ που μπορεί να απορροφηθεί επικοινωνιακά, αλλά για μια υπόθεση με συνέχεια, ουρά και διαδοχικά επεισόδια.

Και όσο καταφθάνουν νέα στοιχεία ή νέες δικογραφίες, τόσο η γραμμή περί «διαχρονικών παθογενειών» δυσκολεύεται να σταθεί χωρίς να επιστρέφει ως μπούμερανγκ στην ίδια την κυβέρνηση, η οποία βρίσκεται στην εξουσία εδώ και επτά χρόνια.

Δεν είναι τυχαίο ότι η αντιπολίτευση ανεβάζει κατακόρυφα τους τόνους. Από το ΠΑΣΟΚ μέχρι τον ΣΥΡΙΖΑ, τη Νέα Αριστερά, την Πλεύση Ελευθερίας και μικρότερα κόμματα, το επιχείρημα είναι κοινό: όταν οι δικογραφίες αφορούν μόνο πρόσωπα της συμπολίτευσης, τότε η συζήτηση περί «γενικής παθογένειας» αρχίζει να ακούγεται όλο και περισσότερο ως υπεκφυγή.

Το Μαξίμου μιλά για μεταρρύθμιση, η αντιπολίτευση για αντιπερισπασμό

Απέναντι σε αυτή την κλιμακούμενη πίεση, η κυβέρνηση επιχειρεί να επανατοποθετήσει τη συζήτηση. Ο Άκης Σκέρτσος αναγνώρισε τη σοβαρότητα της υπόθεσης, αλλά επέμεινε ότι το πραγματικό πρόβλημα είναι βαθύτερο και αφορά το πελατειακό κράτος, την πολυνομία, την αδιαφάνεια και τη διαχρονική διαμεσολάβηση πολιτικών και πολιτών.

Στο ίδιο μήκος κύματος, η εκπρόσωπος Τύπου της ΝΔ Αλεξάνδρα Σδούκου απέρριψε τα περί συγκάλυψης, μίλησε για πρόβλημα δεκαετιών στις αγροτικές επιδοτήσεις και πρόβαλε ως απάντηση τη μεταφορά των αρμοδιοτήτων του ΟΠΕΚΕΠΕ στην ΑΑΔΕ και την ενίσχυση των ψηφιακών ελέγχων.

Η κυβέρνηση, δηλαδή, προσπαθεί να εμφανιστεί ως δύναμη θεσμικής διόρθωσης: ναι, υπάρχουν προβλήματα, αλλά εμείς τα αναγνωρίζουμε και πάμε να τα λύσουμε.

Η αντιπολίτευση, αντίθετα, διαβάζει αυτή τη γραμμή ως πολιτικό ξέπλυμα της κρίσης. Υποστηρίζει ότι το Μαξίμου επιχειρεί να υποβαθμίσει ένα σκάνδαλο διαφθοράς σε μια θολή, αφηρημένη και διαχρονική «ελληνική κακοδαιμονία», ώστε να διαχυθούν οι ευθύνες και να μη φτάσουν ευθέως στο κέντρο της εξουσίας.

Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσουν και την αιφνίδια ανάδειξη της συζήτησης για το ασυμβίβαστο υπουργού-βουλευτή. ΣΥΡΙΖΑ και ΠΑΣΟΚ μιλούν ευθέως για «πυροτέχνημα», για προσπάθεια αλλαγής ατζέντας και για ένα νέο επικοινωνιακό τέχνασμα που εμφανίζεται κάθε φορά που το κυβερνητικό στρατόπεδο στριμώχνεται από μια μεγάλη κρίση.

Το ασυμβίβαστο και οι… μουσικές καρέκλες

Η πρόταση του Κυριάκου Μητσοτάκη παρουσιάστηκε ως θεσμικό βήμα για τον καθαρότερο διαχωρισμό της εκτελεστικής από τη νομοθετική εξουσία.

Η λογική είναι ότι όταν ένας βουλευτής αναλαμβάνει υπουργός, θα χάνει προσωρινά τη βουλευτική του έδρα, την οποία θα καταλαμβάνει ο πρώτος επιλαχών. Όταν όμως αποχωρεί από το υπουργικό αξίωμα, θα επιστρέφει στη Βουλή.

Ακριβώς εδώ εντοπίζεται και η βασική ένσταση των κομμάτων της αντιπολίτευσης. Διότι, όπως λένε, αυτό δεν συνιστά πραγματικό ασυμβίβαστο αλλά ένα σύστημα προσωρινής εναλλαγής, σχεδόν κοινοβουλευτικών «μουσικών καρεκλών».

Ο υπουργός δεν παύει ουσιαστικά να έχει εκλογική σχέση με την περιφέρειά του, αφού θα γνωρίζει ότι μπορεί να επιστρέψει στη Βουλή, ενώ ο επιλαχών βουλευτής θα βρίσκεται σε μια ιδιότυπη ομηρία, γνωρίζοντας ότι η κοινοβουλευτική του παρουσία εξαρτάται από τη βούληση του πρωθυπουργού και τις ισορροπίες του ανασχηματισμού.

Γι’ αυτό και η αντιπολίτευση δεν βλέπει στην πρόταση έναν καθαρό διαχωρισμό εξουσιών, αλλά αντιθέτως ένα ακόμη πιο συγκεντρωτικό μοντέλο.

Ο ΣΥΡΙΖΑ μιλά για απόπειρα ελέγχου της ίδιας της σύνθεσης της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας από τον πρωθυπουργό. Το ΠΑΣΟΚ επιμένει ότι αν όντως ήθελε η κυβέρνηση να λύσει τον γόρδιο δεσμό του πελατειακού κράτους, θα έφερνε μια πραγματική και συνεκτική μεταρρύθμιση, όχι μια κατασκευή που αφήνει ανοιχτές όλες τις εξαρτήσεις.

Ακόμη και στο εσωτερικό της ΝΔ, πάντως, η συζήτηση δεν μοιάζει κλειδωμένη. Η τοποθέτηση του Παύλου Μαρινάκη υπέρ του σταυρού προτίμησης και κατά οποιασδήποτε λογικής λίστας δείχνει ότι υπάρχουν ήδη δεύτερες σκέψεις ή, τουλάχιστον, διαφορετικές αναγνώσεις για το πού ακριβώς μπορεί να οδηγήσει μια τέτοια θεσμική μεταβολή.

ΟΠΕΚΕΠΕ, κράτος δικαίου και πολιτική φθορά

Το βέβαιο είναι ότι η υπόθεση έχει ξεπεράσει προ πολλού τα όρια ενός στενού κοινοβουλευτικού φακέλου. Ο ΟΠΕΚΕΠΕ συνδέεται πλέον ευθέως με τη μεγάλη πολιτική συζήτηση για το κράτος δικαίου, τη λειτουργία των θεσμών, την αξιοπιστία του «επιτελικού κράτους» και τελικά την ίδια τη φυσιογνωμία της διακυβέρνησης Μητσοτάκη.

Η προ ημερησίας συζήτηση που ζήτησε το ΠΑΣΟΚ για τις 16 Απριλίου, με αντικείμενο το κράτος δικαίου, τους θεσμούς και τη λειτουργία του Κοινοβουλίου, δείχνει ότι η αντιπολίτευση θέλει να κουμπώσει την υπόθεση ΟΠΕΚΕΠΕ με μια συνολική αφήγηση θεσμικής αποσύνθεσης: υποκλοπές, επιθέσεις σε ανεξάρτητες αρχές, συγκάλυψη, πίεση στη δικαιοσύνη, κοινοβουλευτικοί χειρισμοί και τώρα δικογραφίες για ευρωπαϊκά κονδύλια.

Από την άλλη, η κυβέρνηση επιχειρεί να κρατήσει τη γραμμή ότι οι υποθέσεις πρέπει να πάνε στη Δικαιοσύνη, ότι δεν υπάρχει συγκάλυψη και ότι η πολιτική απάντηση δεν είναι η καταγγελία, αλλά οι θεσμικές αλλαγές.

Το πρόβλημα για το Μαξίμου είναι ότι, όσο συνεχίζονται οι αποκαλύψεις και όσο διευρύνεται ο κατάλογος των εμπλεκομένων, τόσο πιο δύσκολο γίνεται να πείσει πως ανοίγει μια μεγάλη μεταρρυθμιστική συζήτηση επειδή το επιβάλλει η θεσμική ωριμότητα της στιγμής — και όχι επειδή χρειάζεται επειγόντως έναν αντιπερισπασμό.

Στο τέλος της ημέρας, αυτό είναι ίσως το πιο βαρύ πολιτικό συμπέρασμα: ο ΟΠΕΚΕΠΕ δεν είναι απλώς μια ακόμη δυσάρεστη υπόθεση για την κυβέρνηση. Είναι μια κρίση που χτυπά στον πυρήνα του αφηγήματός της περί αποτελεσματικότητας, εκσυγχρονισμού και επιτελικού ελέγχου.

Και όσο οι δικογραφίες πληθαίνουν, τόσο η συζήτηση για το ασυμβίβαστο μοιάζει λιγότερο με τομή και περισσότερο με μια βιαστική απόπειρα να αλλάξει θέμα η δημόσια συζήτηση.

Περιφέρεια

Αυτοδιοίκηση

Αθλητικά

Παραπολιτικα

Τετράποδες Ιστορίες

Καιρός

notioanatolika.gr