Η ανακοίνωση του πρωθυπουργού, το πρωί της Μ. Δευτέρας για την καθιέρωση ασυμβίβαστου υπουργού – βουλευτή μετά τις εκλογές του 2027, με αφορμή τις τελευταίες εξελίξεις για το σκάνδαλο ΟΠΕΚΕΠΕ, δημιουργεί νέες συνθήκες στην εκπροσώπηση των πολιτών κάθε εκλογικής περιφέρειας και άρα και αυτής της Ανατ. Αττικής.
Με τα δεδομένα των αποτελεσμάτων των δεύτερων εκλογών του 2023 (Ιουνίου), οι βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας που θα περνούσαν τη μεγάλη πόρτα της Βουλής δεν θα ήταν πέντε (όσοι δηλαδή εξελέγησαν από την εκλογική διαδικασία) αλλά οκτώ αφού για κάποιοι χρονικό διάστημα οι τρεις που διετέλεσαν υπουργοί και υφυπουργοί (Σοφία Ζαχαράκη, Μάκης Βορίδης και Βασίλης Οικονόμου) θα έχαναν έδρες τους και στη θέση τους θα ορκίζονταν οι τρεις πρώτες επιλαχούσες βουλευτίνες και συγκεκριμένα οι Βάσω Κόλλια (1η επιλαχούσα), Κατερίνα Κατσανδρή (2η επιλαχούσα) και Κλεοπάτρα Τριανταφυλλίδου (3η επιλαχούσα).
Βέβαια τα χρονικά διαστήματα που οι κυρίες Κόλλια, Κατσανδρή και Τριανταφυλλίδου θα παρέμεναν βουλευτίνες θα ήταν διαφορετικά, αφού η μεν Σοφία Ζαχαράκη είναι υπουργός από την έναρξη της τελευταίας θητείας της παρούσας Βουλής, ο Μάκης Βορίδης υπήρξε βουλευτής για ένα χρονικό διάστημα όπως και ο Βασίλης Οικονόμου.
Μια «κινούμενη» εκπροσώπηση
Η εικόνα αυτή δείχνει με απλά λόγια τι αλλάζει: μια εκλογική περιφέρεια δεν θα εκπροσωπείται σταθερά από τα ίδια πρόσωπα που ψήφισαν οι πολίτες, αλλά από ένα εναλλασσόμενο σχήμα.
Δηλαδή, κάποιοι βουλευτές θα μπαίνουν και θα βγαίνουν από τη Βουλή, ανάλογα με το αν συμμετέχουν στην κυβέρνηση, με αποτέλεσμα η παρουσία τους να είναι –σε ορισμένες περιπτώσεις– προσωρινή.
Αυτό σημαίνει ότι και η ίδια η ψήφος αποκτά διαφορετικό νόημα. Ο πολίτης μπορεί να επιλέγει έναν συγκεκριμένο υποψήφιο, αλλά στην πράξη να εκπροσωπείται –έστω και για ένα διάστημα– από κάποιον άλλον, τον επιλαχόντα.
Σε περιοχές μάλιστα όπου η σχέση βουλευτή και τοπικής κοινωνίας είναι πιο άμεση, μια τέτοια αλλαγή δύσκολα περνά απαρατήρητη.
Περισσότερα πρόσωπα, διαφορετικές ισορροπίες
Από την άλλη πλευρά, όσοι στηρίζουν την πρόταση υποστηρίζουν ότι έτσι ανοίγει ο δρόμος για περισσότερα πρόσωπα να περάσουν από τη Βουλή και να αποκτήσουν εμπειρία.
Παράλληλα, οι υπουργοί απαλλάσσονται από την πίεση της εκλογικής τους περιφέρειας και μπορούν να ασχοληθούν αποκλειστικά με το κυβερνητικό τους έργο.
Το ζήτημα όμως δεν είναι μόνο τεχνικό, δηλαδή ποιος κάθεται σε ποια έδρα. Η συνεχής εναλλαγή προσώπων και η απομάκρυνση των υπουργών από τη Βουλή αλλάζουν συνολικά τον τρόπο που λειτουργεί η πολιτική εκπροσώπηση.
Και μαζί με αυτόν, αλλάζουν και οι ισορροπίες μέσα στο ίδιο το πολιτικό σύστημα.
Στην πράξη, η πρόταση δεν επηρεάζει μόνο τη λειτουργία της Βουλής, αλλά και τον τρόπο άσκησης της εξουσίας: λιγότερες εσωτερικές τριβές στο κυβερνών κόμμα, αλλά και μεγαλύτερη συγκέντρωση ελέγχου στο κέντρο των αποφάσεων.
Πελατειακές σχέσεις: αλλάζουν μορφή, δεν εξαφανίζονται
Ένα βασικό επιχείρημα υπέρ της πρότασης είναι ότι μπορεί να περιορίσει τα «ρουσφέτια», αφού οι υπουργοί δεν θα έχουν την ίδια άμεση πίεση από την εκλογική τους περιφέρεια και δεν θα χρειάζεται να σκέφτονται συνεχώς την επανεκλογή τους.
Στην πράξη όμως, τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Η πίεση δεν εξαφανίζεται – απλώς αλλάζει κατεύθυνση.
Οι βουλευτές που μένουν στη Βουλή, και κυρίως οι επιλαχόντες που μπαίνουν για περιορισμένο χρόνο, έχουν μεγαλύτερο λόγο να κινηθούν γρήγορα και έντονα για να «φανούν» στους ψηφοφόρους τους.
Αυτό μπορεί να σημαίνει ότι η λογική της εξυπηρέτησης δεν μειώνεται, αλλά ενισχύεται σε άλλο επίπεδο.
Ταυτόχρονα, αλλάζει και το πού «χτίζεται» η πολιτική δύναμη. Αν ένας πολιτικός δεν εξαρτάται τόσο από την περιφέρεια για να γίνει ή να παραμείνει υπουργός, τότε εξαρτάται περισσότερο από την ηγεσία και τις αποφάσεις του κέντρου.
Με απλά λόγια, η πελατειακή σχέση δεν φεύγει από το σύστημα. Μετακινείται: λιγότερο προς τον ψηφοφόρο και περισσότερο προς το κέντρο της εξουσίας.

























