Η εικόνα που προκύπτει από τη νέα μελέτη της Ένωση Ασφαλιστικών Εταιριών Ελλάδος για την περίοδο 1993–2025 είναι δύσκολο να αγνοηθεί: οι φυσικές καταστροφές στην Ελλάδα δεν αυξάνονται μόνο σε αριθμό, αλλά και σε ένταση – και, κυρίως, σε κόστος.
Η έρευνα καταγράφει 59 ιδιαίτερα σφοδρά περιστατικά μέσα σε 32 χρόνια, με συνολικά 56.493 δηλωμένες ζημιές και αποζημιώσεις που φτάνουν τα 1,28 δισ. ευρώ σε αποπληθωρισμένες τιμές.
Ωστόσο, τα στοιχεία αυτά αφορούν αποκλειστικά ασφαλισμένες ζημιές, γεγονός που αποκαλύπτει ταυτόχρονα και μια λιγότερο ορατή πραγματικότητα: στην Ελλάδα, η πλειονότητα κατοικιών και επιχειρήσεων παραμένει ανασφάλιστη, με αποτέλεσμα το πραγματικό κόστος να είναι σημαντικά υψηλότερο.
Πιο συχνά και πιο έντονα φαινόμενα
Τα τελευταία χρόνια καταγράφεται σταθερά μια αύξηση των καταστροφικών φαινομένων, με τρία έως πέντε σοβαρά περιστατικά ετησίως, κυρίως πλημμύρες και δασικές πυρκαγιές.
Η τάση αυτή δεν φαίνεται να είναι συγκυριακή, αλλά να συνδέεται με μια ευρύτερη μεταβολή των συνθηκών, που καθιστά τα φαινόμενα πιο συχνά και πιο έντονα.
Ιδιαίτερα οι δασικές πυρκαγιές αναδεικνύονται ως η πλέον καταστροφική αιτία, καθώς προκαλούν ολικές ή σχεδόν ολικές καταστροφές περιουσιών, με μέση ζημιά σχεδόν διπλάσια από εκείνη των πλημμυρών.
Το οικονομικό αποτύπωμα των καταστροφών
Οι συνέπειες δεν περιορίζονται σε ατομικό επίπεδο, αλλά επηρεάζουν ευθέως και την οικονομία.
Οι επιχειρήσεις πλήττονται δυσανάλογα σε σχέση με τις κατοικίες, λόγω του μεγαλύτερου μεγέθους των κινδύνων που καλούνται να αντιμετωπίσουν.
Έτσι, κάθε μεγάλο καταστροφικό γεγονός δεν αποτελεί μόνο κοινωνική δοκιμασία, αλλά και σοβαρό πλήγμα για την οικονομική δραστηριότητα.
Το μεγαλύτερο μέρος του κόστους, μάλιστα, δεν καλύπτεται από την ασφαλιστική αγορά, αλλά μεταφέρεται είτε στο κράτος, μέσω αποζημιώσεων, είτε στους ίδιους τους πολίτες και επιχειρηματίες, που καλούνται να απορροφήσουν τις απώλειες.
Το «κενό προστασίας» και οι επιπτώσεις
Όπως επισημαίνει ο πρόεδρος της αρμόδιας επιτροπής της ΕΑΕΕ, Ερρίκος Μοάτσος, οι αποζημιώσεις που έχουν καταβληθεί προσεγγίζουν τα 1,3 δισ. ευρώ, ωστόσο το συνολικό κόστος των καταστροφών για την οικονομία είναι πολύ υψηλότερο.
Αυτό συνδέεται άμεσα με το χαμηλό ποσοστό ασφαλιστικής κάλυψης στη χώρα, που δημιουργεί ένα διαρκές «κενό προστασίας» και αφήνει την κοινωνία εκτεθειμένη σε ολοένα και πιο έντονους κινδύνους.
Ποιος θα πληρώσει το κόστος
Η ανάδειξη αυτών των στοιχείων δεν αποτελεί απλώς μια τεχνική καταγραφή. Θέτει, έμμεσα αλλά σαφώς, ένα κρίσιμο ερώτημα για το μέλλον: ποιος θα επωμιστεί το αυξανόμενο κόστος των φυσικών καταστροφών;
Οι πολίτες μέσω υψηλότερων ασφαλίστρων, το κράτος μέσω φορολογίας και αποζημιώσεων ή ένα νέο, πιο οργανωμένο σύστημα επιμερισμού του κινδύνου;
Σε κάθε περίπτωση, η ίδια η μελέτη λειτουργεί και ως ένα σιωπηρό μήνυμα της ασφαλιστικής αγοράς ότι, όσο ο κίνδυνος αυξάνεται, το κόστος κάλυψής του δύσκολα μπορεί να παραμείνει σταθερό.
Η νέα κανονικότητα
Τελικά, το πιο ανησυχητικό συμπέρασμα είναι ότι οι φυσικές καταστροφές παύουν να είναι έκτακτα γεγονότα και μετατρέπονται σε σταθερό χαρακτηριστικό της πραγματικότητας.
Και όσο αυτό συμβαίνει, η συζήτηση δεν αφορά μόνο το περιβάλλον ή την κλιματική κρίση, αλλά και κάτι πολύ πιο άμεσο: το πόσο έτοιμη – και πόσο προστατευμένη – είναι η κοινωνία απέναντι σε αυτό που ήδη εξελίσσεται.
























