Καιρός σήμερα και πρόγνωση καιρού για κάθε περιοχή

Agia Marina Koropi

Ο κορυφαίος λαογράφος των Μεσογείων Γιάννης Πρόφης για μιαν ακόμη φορά αναδεικνύει τις παραδόσεις της περιοχής.

Για το σιτορικό της ανέγερσης του ναού της Αγίας Μαρίνας Κορωπίου (πρώην Βάρκιζας Αλυκού Κορωπίου), έχουν γραφεί πολλά.

Ο Γιάννης Πρόφης δημοσιοποιεί σήμερα ένα μόνο κομμάτι της παράδοσης αυτής, μια περίληδη από το εκτενές ιστορικό που υπάρχει στο ανέκδοτο βιβλίο του «Οικισμοί και Παραλίες του Κορωπίου».

Γίνεται λοιπόν αναφορά στην πρώτη, με βάση τα στοιχεία που υπάρχουν εμφάνιση μιας κοπέλας στο σημείο όπου αργότερα κτίστηκε η εκκλησία.

Όπως επισημαίνει ο κ. Πρόφης οι πηγές- πληροφορίες για το ιστορικό της ανέγερσης του ναού της αγίας Μαρίνας Κορωπίου προέρχονται: α) Από τις σημειώσεις του Παναγιώτη Α. Δήμα, β) από το μικρό βιβλίο του αρχιμ. Σεραφείμ Παπαθανασίου ΤΟ ΙΕΡΟ ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΜΑΡΙΝΑΣ ΑΛΥΚΟΥ και γ) από τις εγγονές του δωρητή του οικοπέδου Γ. Παπαμιχάλη, Σοφία και Σταυρούλα Λαζάρου, που διατηρούν εκεί παραθαλάσσιο κέντρο.

Διαβάστε το κείμενο του Γιάννη Πρόφη:

«Το ιστορικό της ανέγερσης του ναού της Αγίας Μαρίνας Κορωπίου αυτό αρχίζει από πολύ παλιά, το 1924, δηλαδή 23 χρόνια πριν από την ανέγερση της νέας εκκλησίας.

Είναι μια παράδοξη ιστορία, από μια σειρά συμβάντων, που μπαίνουν στη σφαίρα του μεταφυσικού. Καθήκον του λαογράφου είναι να την αναφέρει, όπως αυτή παρεδόθη, ανεξάρτητα αν γίνεται ή όχι πιστευτή.

Τον Σεπτέμβριο του 1924 ο κυρ-Γιώργης Δ. Παπαμιχάλης («Σουρτούκης») βρισκόταν στο κτήμα του στη Βάρκιζα Αλυκού, που αργότερα ονομάστηκε Αγία Μαρίνα.

Ο κυρ-Γιώργης είχε ένα πέτρινο σπιτάκι, άκρη-άκρη στη θάλασσα, με ένα μοναδικό μικρό δωμάτιο, όπως τα γνωστά παλιά αγροτικά σπίτια του Αλυκού. Χρησίμευε σαν κατάλυμα της οικογένειας, όταν καλλιεργούσαν τα κτήματα που είχαν εκεί.

Ήταν εποχή του κυνηγιού κι εκείνη την ημέρα ο κυρ-Γιώργης είχε γυρίσει από το κυνήγι πριν το μεσημέρι κι έψηνε στη φωτιά που είχε ανάψει μέσα στο δωμάτιό του, τα θηράματά του, τρυγόνια και ορτύκια.

Το μεσημέρι θα έτρωγε εκεί μαζί με το γιο του...., γιατί τον περίμενε να ερχόταν από το Κορωπί με το κάρο του. Ο γιος του μάλιστα θα φόρτωνε άμμο από τη θάλασσα, γιατί του χρειαζόταν σαν υλικό για το καινούργιο σπίτι που έφτιαχνε στο χωριό.

Η εμφάνιση της Αγίας

Καθώς λοιπόν ο κυρ-Γιώργης ήταν απασχολημένος με το ψήσιμο των πουλιών, ένιωσε ξαφνικά να σκοτεινιάζει κάπως το δωμάτιο, σαν κάποιος να έφραζε με το σώμα του την πόρτα και να εμπόδιζε το φως που έμπαινε απ’ αυτήν, γιατί παράθυρο δεν υπήρχε.

Γύρισε πίσω και κοίταξε με περιέργεια, γιατί δεν ακούστηκε κανένας θόρυβος. Ούτε το σκυλί του γαύγισε, που καθόταν ξαπλωμένο κι αμέριμνο έξω από την πόρτα, πράγμα που οπωσδήποτε θα έκανε, αν είχε αντιληφθεί ξένον άνθρωπο.

Και τότε είδε να μπαίνει στο δωμάτιο μια νεαρή κοπέλα, που φορούσε μαύρα και ξεσκισμένα ρούχα. Μέσα από τα κουρέλια της φαίνονταν ορισμένα σημεία του σώματός της, γεμάτα πληγές και καψίματα.

Παραξενεύτηκε πολύ ο κυρ-Γιώργης, αλλά την κάλεσε να καθίσει. Τοποθέτησε ένα παλιό του σακάκι πάνω σ’ ένα πέτρινο πεζούλι, που υπήρχε μέσα στο δωμάτιο κι εκείνη κάθισε.

Τότε τη ρώτησε γεμάτος απορία: «Πώς βρέθηκες εσύ εδώ μόνη σου, μέσα σ’ αυτή την ερημιά; Γιατί βρίσκεσαι σ’ αυτά τα χάλια, ποιος σ’ έκανε έτσι; Τότε η κοπέλα απάντησε: «Ο ΗΓΕΜΩΝ μ’ έκανε έτσι... Εγώ κάποτε είχα σπίτι εδώ, αλλά μου το χάλασαν...».

Ο κυρ-Γιώργης, ένας απλός άνθρωπος του χωριού, δεν κατάλαβε καθόλου την απάντησή της. Υπέθεσε ότι τα λογικά της κοπέλας είχαν σαλέψει κι ότι «δεν ήταν στα καλά της», αφού μιλούσε τόσο παράξενα και ασυνάρτητα. Εξάλλου τη λέξη «ηγεμών» σπάνια την είχε ακούσει και μάλλον δεν καταλάβαινε την έννοιά της.

Παρόλα αυτά τη λυπήθηκε, έκοψε μια φέτα ψωμί, έβαλε πάνω ένα από τα πουλιά που έψηνε και της τα πρόσφερε. Εκείνη άπλωσε το χέρι και τα πήρε.

Ακριβώς εκείνη τη στιγμή ακούστηκε έξω ο θόρυβος του κάρου, που έφερε ο γιος του από το Κορωπί, για να φορτώσει την άμμο που χρειαζόταν. Ο κυρ-Γιώργης έπρεπε να βγει έξω να τον υποδεχτεί και να τον βοηθήσει να ξεζέψει το άλογο. Γι’ αυτό είπε στην κοπέλα: «Εσύ κάθισε εδώ και φάε το ψωμί σου με την ησυχία σου. Εγώ πάω να βοηθήσω το γιο μου και θα γυρίσω γρήγορα».

Όταν βγήκε, βοήθησε το γιο του, τον πληροφόρησε για την παράξενη επίσκεψη που είχε δεχτεί προ ολίγου και βιάστηκε να επιστρέψει στο δωμάτιο λέγοντάς του: «Πάω μέσα, γιατί αυτή η κοπέλα μού φαίνεται τρελή και φοβάμαι μήπως μου κλέψει πράματα».

Όταν γύρισε στο δωμάτιο, η κοπέλα ήταν άφαντη και το ψωμί πάνω στο πεζούλι άθικτο.

Ξαναβγήκε έξω και ρώτησε το γιο του αν την είδε. Η απάντηση ήταν αρνητική, γι’ αυτό άρχισαν κι οι δυο μαζί να κοιτάνε από ‘δω κι από ‘κει, έψαξαν και ανάμεσα στα βράχια της ακτής, αλλά τα ίχνη της είχαν χαθεί.

Πήγε κοντά σε κάποιους συμπατριώτες αγρότες, που δούλευαν πιο πέρα και τους ρώτησε μήπως την είχε πάρει το μάτι τους. Ούτε εκείνοι είχαν δει κάτι. Το περίεργο αυτό επεισόδιο έληξε εδώ και δεν είχε καμιά συνέχεια. Όμως δεν έπαψε ποτέ να απασχολεί το μυαλό του κυρ-Γιώργη».

agmarina1955

agmarina 2

Περιφέρεια

Αυτοδιοίκηση

Αθλητικά

Παραπολιτικα

Τετράποδες Ιστορίες

Καιρός

notioanatolika.gr