Περισσότερες πληροφορίες για την αντοχή των οστών και την πιθανότητα ενός μελλοντικού κατάγματος μπορεί να προσφέρει μια νεότερη εξέταση με υπερήχους, χωρίς ιονίζουσα ακτινοβολία.
Η τεχνολογία επιχειρεί να διευρύνει την αξιολόγηση της σκελετικής υγείας, εξετάζοντας παραμέτρους πέρα από την οστική πυκνότητα.
Τις νέες δυνατότητες παρουσίασε ο ενδοκρινολόγος Γιώργος Τροβάς, επιστημονικός συνεργάτης του Εργαστηρίου Έρευνας Παθήσεων του Μυοσκελετικού Συστήματος «Θ. Γαροφαλίδης» του Πανεπιστημίου Αθηνών, μιλώντας στο Πρακτορείο FM και στη δημοσιογράφο Τάνια Μαντουβάλου, με αφορμή το 21ο συνέδριο του Συλλόγου Σκελετικής Υγείας «Πεταλούδα».
Η εξέλιξη έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον επειδή η οστεοπόρωση συχνά δεν προκαλεί συμπτώματα στα αρχικά στάδια. Ένα κάταγμα μπορεί να αποτελέσει την πρώτη ένδειξη ότι τα οστά έχουν χάσει σημαντικό μέρος της αντοχής τους.
Η πυκνότητα δεν δείχνει ολόκληρη την εικόνα
Η μέτρηση οστικής πυκνότητας με τη μέθοδο DEXA παραμένει η εξέταση εκλογής για τη διάγνωση της οστεοπόρωσης, διευκρίνισε ο κ. Τροβάς. Ωστόσο, αποτυπώνει κυρίως την ποσότητα του οστού, χωρίς να καλύπτει όλες τις παραμέτρους που καθορίζουν πόσο ανθεκτικό είναι.
Σημασία έχει και η «ποιότητα» του οστού: χαρακτηριστικά της δομής και της μηχανικής του αντοχής. Η νεότερη τεχνολογία υπερήχων επιχειρεί να αξιολογήσει και αυτές τις παραμέτρους, συμβάλλοντας στην εκτίμηση του κινδύνου κατάγματος τα επόμενα χρόνια.
Σύμφωνα με τον ειδικό, η μέθοδος αναπτύχθηκε στην Ιταλία, έχει επεκταθεί σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες και έχει λάβει έγκριση από τον αμερικανικό FDA. Η χρήση της δεν περιορίζεται σε ανθρώπους που έχουν ήδη διαγνωστεί με οστεοπόρωση.
Εκτός δημόσιου συστήματος στην Ελλάδα
Όπως ανέφερε ο κ. Τροβάς, η νέα τεχνολογία δεν έχει ακόμη ενταχθεί στο δημόσιο σύστημα υγείας της Ελλάδας.
Ο ίδιος εκτίμησε ότι θα μπορούσε να αποκτήσει μεγαλύτερη θέση στην κλινική πράξη, εφόσον προχωρήσουν οι απαιτούμενες διαδικασίες πιστοποίησης και αποζημίωσης από τον ΕΟΠΥΥ. Πρόκειται, πάντως, για εκτίμηση μελλοντικής εξέλιξης και όχι για ανακοινωμένη ένταξη ή εξασφαλισμένη κάλυψη της εξέτασης.
Χαμηλή πυκνότητα δεν σημαίνει πάντα οστεοπόρωση
Μια ακόμη σημαντική επισήμανση αφορά τη σωστή διάγνωση. Σύμφωνα με τον ενδοκρινολόγο, η χαμηλή οστική πυκνότητα δεν σημαίνει αυτομάτως ότι κάποιος πάσχει από οστεοπόρωση. Χρειάζεται να διερευνηθούν άλλα πιθανά αίτια πριν χορηγηθεί θεραπεία.
Ανάμεσά τους είναι η υποφωσφατασία, μια σπάνια πάθηση που μπορεί να συνδέεται με επανειλημμένα κατάγματα, αλλά και η οστεομαλακία, η οποία μπορεί να προκύψει από παρατεταμένη και σοβαρή έλλειψη βιταμίνης D.
Γι’ αυτό ο κ. Τροβάς υπογράμμισε τη σημασία του εργαστηριακού ελέγχου. Αποκλίσεις στο ασβέστιο, στην παραθορμόνη, στη βιταμίνη D και στην αλκαλική φωσφατάση μπορούν να κατευθύνουν τον γιατρό σε περαιτέρω διερεύνηση και να βοηθήσουν στην αποφυγή λανθασμένων θεραπευτικών επιλογών.
Πότε επαναλαμβάνεται η μέτρηση
Για ανθρώπους με οστεοπενία, ο ειδικός ανέφερε ότι η μέτρηση μπορεί κατά κανόνα να επαναλαμβάνεται περίπου ανά δύο έως τρία χρόνια, ανάλογα με το ατομικό προφίλ κινδύνου.
Συχνότερη παρακολούθηση μπορεί να χρειάζεται σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, όπως σε γυναίκες που λαμβάνουν ορισμένες θεραπείες για καρκίνο του μαστού ή σε ασθενείς υπό αγωγή για οστεοπόρωση. Το διάστημα επανελέγχου καθορίζεται από τον θεράποντα γιατρό, με βάση την κατάσταση και τη θεραπεία κάθε ασθενούς.
























