Είναι επικοινωνιακός, το ‘χει δηλαδή με τον κόσμο. Τον βοηθά κι αυτή η ζεστή φωνή του που παραπέμπει σε ποιοτικό καλλιτέχνη.
Αυτή η ζεστή αισθαντική φωνή άλλωστε ήταν ένα από τα ατού του για να εκλεγεί δήμαρχος, υποσχόμενος βέβαια και τον ουρανό με τ’ άστρα προς κάθε κατεύθυνση.
Τελικά τα κατάφερε και πέρασε τη μεγάλη πόρτα του δημαρχείου – ίσως και για πρώτη φορά στη ζωή του – αλλά ως δήμαρχος.
Τότε όμως ξεκίνησαν τα δύσκολα. Ο δήμαρχος πρέπει να είναι επί ποδός πολέμου 24 ώρες το 24ωρο. Δύσκολο για τον συγκεκριμένο που εδώ που τα λέμε δεν φημιζόταν, ανέκαθεν, για την εργασιομανία του.
Ήταν φυσικό λοιπόν η υπερκόπωση να του χτυπήσει την πόρτα. Όχι γιατί εργαζόταν νυχθημερόν.
Αλλά διότι θέλοντας να ξεχωρίσει από το μελωδικό σμήνος των γλυκύτατων αυτοδιοικητικών αηδονιών, χωρίς να βγάλει ούτε μια νότα, αγχώθηκε.
Έτσι κάποιες στιγμές που οι δημοτικές υποχρεώσεις τρέχουν με ιλιγγιώδεις ταχύτητες, αυτός ο καημένος κλίνεται στο γραφείο του και ζητά κομπρέσες να βάλει στο κεφαλάκι του μονολογώντας: «Τί ήθελα εγώ κι έμπλεξα».
Ο δυστυχής αλλιώς τα είχε υπολογίσει ανάμεσα σε δύο παρτίδες πρέφας σε τοπικό καφενείο και αλλιώς του βγήκαν στην πορεία.
Δεν φανταζόταν ότι ήταν τόσο δύσκολο να είσαι πρώτος πολίτης. Ούτε φανταζόταν ότι όσους κολαούζους και να είχε, θα έπρεπε κι αυτός να δουλέψει κάποια στιγμή.
Και τώρα είναι καταδικασμένος να περιμένει να τελειώσει η πενταετία για να αποσυρθεί κατάκοπος από την υπερπροσπάθεια να μην κάνει τίποτα αλλά να φαίνεται ότι κάνει τα πάντα.
Μέχρι τότε, μοναδική σωτηρία οι συνεργάτες του που κάνουν ό,τι μπορούν να απαλύνουν το άγχος του. Με το αζημίωτο βέβαια!
























