Το ιερό της Ταυροπόλου Αρτέμιδος που βρίσκεται στην παραλία της Λούτσας είναι ένα από τα 587 μνημεία πολιτιστικής κληρονομιάς που κατάφεραν να ταυτοποιήσουν οι Αρχαιολόγοι, από το σύνολο των 2.329 τα οποία διεκδικεί το Υπερταμείο, παρά τις περί του αντιθέτου διαβεβαιώσεις της κυβέρνησης και τις... εκρήξεις Τσακαλώτου στη Βουλή!
Ο συγκεκριμένος αρχαιολογικός χώρος βρίσκεται στον κατάλογο που έδωσε στη δημοσιότητα ο Σύλλογος Ελλήνων Αρχαιολόγων, που κατηγορεί την κυβέρνηση ότι δεν έχει εξαιρέσει ακόμη τα μνημεία από τη μεταβίβαση, παρά τις περί του αντιθέτου διαβεβαιώσεις και διαψεύσεις από τον υπουργό Οικονομικών Ευκλείδη Τσακαλώτο!
Σύμφωνα με τον Σύλλογο Ελλήνων Αρχαιολόγων, τα 587 μνημεία και πολιτιστικά κτίρια που δημοσιοποίησε αφορούν σε 37 νομούς της χώρας και είναι όσα κατάφερε να ταυτοποιήσει μέχρι την προσφυγή του στο ΣτΕ, τον Νοέμβριο.
Ο αριθμός των μνημείων που κινδυνεύουν να βγουν στο «σφυρί» είναι πολύ μεγαλύτερος, καθώς ο έλεγχος των υπηρεσιών του Υπουργείου Πολιτισμού έδειξε ότι ο συνολικός αριθμός των ακινήτων πολιτιστικού ενδιαφέροντος είναι 2.329 (από τα συνολικά 10.119 ακίνητα που μεταβιβάζει η προσβαλλόμενη Υπουργική Απόφαση Τσακαλώτου).
Σύμφωνα με την Αρχαιολογική Εταιρεία κατά τα έτη 1956 και 1957 υπό τη διεύθυνση του τότε Διευθυντή Αρχαιοτήτων Ιωάννη Παπαδημητρίου και με τη συνεργασία των τότε Επιμελητών Αρχαιοτήτων Βασιλείου Χ. Πετράκου και Όλγας Αλεξανδρή διενήργησε ανασκαφές στη Λούτσα, στο χώρο του ιερού της Αρτέμιδος Ταυροπόλου.
Στον χώρο αυτό, που βρίσκεται ακριβώς δίπλα στη θάλασσα, είχε διενεργήσει πρόχειρη ανασκαφή το 1925 ο τότε Έφορος Αρχαιοτήτων Αττικής Νικόλαος Κυπαρίσσης.
Στην αρχαιότητα το ιερό της Αρτέμιδος Ταυροπόλου ανήκε στο δήμο των Αλών Αραφηνίδων και ήταν περίφημο λόγω της μνείας του από τον Ευριπίδη στην τραγωδία του «Ιφιγένεια η εν Ταύροις» (στίχ. 1446-1457).
Οι ανασκαφές του Παπαδημητρίου στην επιχωσμένη με άμμο επιφάνεια της παραλίας της Λούτσας έφεραν στο φως το θεμέλιο ενός δωρικού περίπτερου ναού από πωρόλιθο με διαστάσεις ευθυντηρίας 21,16 Χ 14,11 μ. και διαστάσεις κυρίως ναού 7 Χ 13 μ.
Ιδιαίτερο αρχιτεκτονικό χαρακτηριστικό του κυρίως ναού αποτελεί η διαίρεσή του σε ένα μεγαλύτερο ανατολικό τμήμα (7 Χ 5 μ.) και σε ένα μικρότερο δυτικό (5 Χ 3, 2μ.), το οποίο ερμηνεύθηκε από τον Ι. Τραυλό ως άδυτο.
Πάνω από την ευθυντηρία του ναού σώζονται σήμερα τα υπολείμματα από δύο βαθμίδες της κρηπίδας. Κατασκευαστικές λεπτομέρειες επιτρέπουν τη χρονολόγηση του ναού στο διάστημα ανάμεσα στα τέλη του 6ου και τα πρώτα δύο τρίτα του 4ου αιώνα π.Χ.
Τα ευρήματα της ανασκαφής Παπαδημητρίου περιλαμβάνουν λείψανα από τον κεραμοπλαστικό διάκοσμο του ναού καθώς και μεγάλη ποσότητα κεραμικής και μικροευρημάτων. Τα ευρήματα αυτά φυλάσσονται σήμερα στο Μουσείο Βραυρώνας.
Στη δεκαετία του 1970 η Αρχαιολογική Υπηρεσία διενήργησε διαδοχικές ανασκαφές στον χώρο νοτίως του ναού. Στις ανασκαφές αυτές εντοπίστηκαν διάφορα άλλα παραλιακά κτηριακά συγκροτήματα λατρευτικού χαρακτήρα τα οποία φαίνεται ότι ανήκαν στον ευρύτερο χώρο του ιερού της Αρτέμιδος Ταυροπόλου. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει ένας μικρός ναός με πλούσιο υλικό της αρχαϊκής περιόδου.
Στον ευρύτερο χώρο του ιερού βρέθηκαν επίσης τρία τιμητικά ψηφίσματα του δήμου των Αλών Αραφηνίδων, τα οποία χρονολογούνται στα μέσα περίπου του 4ου αι. π.Χ. Το ένα βρέθηκε από τον Παπαδημητρίου το 1957, τα άλλα δύο ήσαν ήδη γνωστά από περισυλλογές της εποχής του μεσοπολέμου. Τα ψηφίσματα αυτά συσχετίζουν το ιερό της Αρτέμιδος Ταυροπόλου με συγκεκριμένους αγώνες και εορτές.
Μαρτυρείται τέλεση αγώνα πυρριχιστών καθώς και μία εορτή που έφερε το όνομα «Ταυροπόλια», γεγονός που επιβεβαιώνεται και από την κωμωδία «Επιτρέποντες» του Μενάνδρου (στίχ. 451-454). Ένα από αυτά τα ψηφίσματα αναφέρει την ύπαρξη ναού του Διονύσου χωρίς ωστόσο να γίνεται σαφές εάν αυτός βρισκόταν μέσα στο ιερό της Αρτέμιδος Ταυροπόλου.
Από τη μελέτη των ευρημάτων των ανασκαφών του Παπαδημητρίου η ιστορία της λατρείας στο ιερό της Αρτέμιδος Ταυροπόλου καθώς και της κατοίκησης στο χώρο αυτό πριν από την εγκαθίδρυση της λατρείας έχει ως εξής:
Μία πρώτη ακμή του χώρου διαφαίνεται στην εποχή των λακκοειδών τάφων (Μεσοελλαδική ΙΙΙ και Υστεροελλαδική [ΥΕ] Ι). Το κεραμικό υλικό δηλώνει χρήση του χώρου και κατά τη διάρκεια της κύριας περιόδου χρήσης των μυκηναϊκών ανακτόρων, δηλαδή της ΥΕ ΙΙΙΑ και ΥΕ ΙΙΙΒ καθώς και μια αναλαμπή στην ΥΕ ΙΙΙΓ.
Το αργότερο στο πρώτο μισό του 7ου αι. π.Χ. αρχίζει, όσο γνωρίζουμε, η λατρεία στο χώρο και έτσι φαίνεται να συμπίπτει χρονικώς με την έντονη έμφαση που δίνεται στη λατρεία των θεοτήτων σε αυτή την εποχή σε όλη την Ελλάδα.
Από τα ευρήματα που μπορούν να χρονολογηθούν στον 7ο αι. π.Χ. ξεχωρίζει πολυπληθής ομάδα πήλινων ανθρωπόμορφων ειδωλίων με κυλινδρικό κορμό, η οποία είναι κοινή σε πολλά αρχαιολογικά σύνολα αναθηματικού χαρακτήρα της Αττικής αυτής της περιόδου.
Η παρουσία της αναθηματικής κεραμικής είναι έντονη καθόλη τη διάρκεια του 6ου αι. π.Χ. Τα κεραμικά σχήματα που κυριαρχούν στην υστεροαρχαϊκή και στην κλασική περίοδο είναι κυρίως κύλικες και σκύφοι, αγγεία δηλαδή που σχετίζονται με την πόση κρασιού.
Σαφείς ενδείξεις για την ύπαρξη ναϊκού κτίσματος έχουμε για πρώτη φορά από τα τέλη του 6ου/ αρχές 5ου αι. π.Χ. Η μελέτη του κεραμοπλαστικού διακόσμου του ναού δείχνει επίσης ότι στις αρχές του 4ου αι. π.Χ πρέπει να έγινε κάποια επισκευή της στέγης του ναού.
Τα κεραμικά ευρήματα της ελληνιστικής περιόδου (τέλη 4ου έως αρχές 1ου αι. π.Χ.) κυριαρχούνται επίσης από αγγεία που σχετίζονται με την πόση του κρασιού. Λάγυνοι, κάνθαροι και μεγαρικοί σκύφοι είναι τα πιο αγαπητά αγγεία.
Στην πρώιμη ρωμαϊκή περίοδο (αρχές 1ου αι. π.Χ. έως τέλη 1ου αι. μ.Χ.) χρονολογούνται μερικά πινάκια και ημισφαιρικά κύπελλα λεπτότεχνης εισηγμένης κεραμικής της κατηγορίας της ερυθροβαφούς ανατολικής Sigillata του τύπου Α (ESA) καθώς και δύο νομίσματα, πράγμα που υποδηλώνει ότι το ιερό πρέπει να βρισκόταν ακόμη σε λειτουργία.
Σε όλες τις περιόδους από τον 7ο αι. π.Χ. έως τον 1ο αι. μ.Χ. εντοπίστηκαν θραύσματα από αμφορείς, υδρίες, κάδους και πιθάρια. Τα αγγεία αυτά προορίζονταν για την αποθήκευση και τη μεταφορά μεγάλων ποσοτήτων υγρών ή στερεών ουσιών. Τα μαγειρικά σκεύη που χρησιμοποιήθηκαν επίσης σε όλες τις περιόδους λατρείας δείχνουν ότι οι τελετουργίες περιελάμβαναν και συνεστιάσεις.
Το υλικό από τον 1ο αι. μ.Χ. έως τον 4ο αι. μ.Χ. αποτελείται κυρίως από μαγειρικά σκεύη, αμφορείς και κυψέλες. Τα σκεύη αυτά δεν είναι αρκετά για να συσχετισθούν με λατρευτικές πρακτικές. Θα μπορούσαν να ανήκουν στις καθημερινές δραστηριότητες των κατοίκων της περιοχής.
Μετά τον 4ο αι. μ.Χ. απουσιάζει οποιοδήποτε ίχνος χρήσης του χώρου του ιερού, διαπίστωση που ταιριάζει με τη γενικότερη εγκατάλειψη των αρχαίων ιερών που αποφασίζεται με πολιτικά διατάγματα την εποχή αυτή.


























