Ο θόρυβος που προκλήθηκε γύρω από το IRIS και τα «χαρτζιλίκια» έφερε ανησυχία σε χιλιάδες οικογένειες, όμως η πραγματικότητα είναι πολύ λιγότερο δραματική: οι συνηθισμένες μεταφορές μικροποσών από γονείς και παππούδες προς παιδιά και εγγόνια δεν αποτελούν από μόνες τους φορολογικό πρόβλημα.
Η εικόνα ότι κάθε ποσό που περνά ηλεκτρονικά από έναν συγγενή σε άλλον μπορεί να χαρακτηριστεί δωρεά και να προκαλέσει παρέμβαση της Εφορίας δεν επιβεβαιώνεται από όσα διευκρινίζει η ΑΑΔΕ.
Αντίθετα, η φορολογική διοίκηση ξεκαθαρίζει ότι οι μεταφορές μικρών ποσών μέσω τραπεζικών λογαριασμών, είτε πραγματοποιούνται με IRIS είτε με άλλο τρόπο, δεν αποτελούν αντικείμενο ιδιαίτερου φορολογικού ενδιαφέροντος, εκτός εάν από τις κινήσεις προκύπτει συγκεκριμένο μοτίβο καταχρηστικής πρακτικής.
Και αυτό ισχύει ακόμη περισσότερο, σύμφωνα με τις ίδιες διευκρινίσεις, όταν πρόκειται για χρήματα που δίνουν γονείς ή παππούδες σε παιδιά και εγγόνια προκειμένου να καλύψουν τις καθημερινές ανάγκες τους.
Δεν υπάρχει «όριο χαρτζιλικιού» στα 300, 500 ή 1.000 ευρώ
Εδώ, όμως, προκύπτει ένα εύλογο ερώτημα: πόσα χρήματα μπορεί να στέλνει ένας γονιός στο παιδί του χωρίς να θεωρηθεί ότι πρόκειται για κάτι περισσότερο από τη συνηθισμένη οικονομική στήριξη;
Η απάντηση είναι ότι δεν υπάρχει θεσπισμένο μηνιαίο πλαφόν. Η ΑΑΔΕ δεν έχει ορίσει ότι έως 300, 500, 800 ή 1.000 ευρώ έχουμε «χαρτζιλίκι» και από ένα συγκεκριμένο ποσό και πάνω αρχίζει αυτομάτως το φορολογικό πρόβλημα.
Και προφανώς δεν θα μπορούσε εύκολα να υπάρξει ένα ενιαίο όριο για όλες τις οικογένειες.
Άλλες είναι οι ανάγκες ενός 18χρονου που μένει με τους γονείς του και άλλες ενός φοιτητή που σπουδάζει εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά, πληρώνει ενοίκιο, λογαριασμούς, τρόφιμα και μετακινήσεις και ουσιαστικά συντηρείται από την οικογένειά του.
Σήμερα μόνο το ενοίκιο ενός μικρού φοιτητικού διαμερίσματος μπορεί σε πολλές περιοχές να απορροφά αρκετές εκατοντάδες ευρώ τον μήνα, ενώ σε αυτό προστίθενται ρεύμα, κοινόχρηστα, ίντερνετ, σούπερ μάρκετ, μετακινήσεις και καθημερινές ανάγκες.
Πρόσφατες καταγραφές της αγοράς δείχνουν ότι στις δημοφιλείς φοιτητικές περιοχές της Αθήνας ακόμη και ένα μικρό στούντιο μπορεί να ξεκινά περίπου από τα 380 ευρώ, ενώ μεγαλύτερα διαμερίσματα ανεβαίνουν αισθητά υψηλότερα.
Έτσι, δεν είναι καθόλου παράλογο η συνολική μηνιαία οικονομική στήριξη ενός φοιτητή που ζει μακριά από το πατρικό του να φτάνει αρκετές εκατοντάδες ευρώ και, σε ακριβότερες πόλεις ή όταν ο γονιός καλύπτει και το ενοίκιο, να πλησιάζει ή ακόμη και να ξεπερνά τα 1.000 ευρώ.
Αυτό δεν σημαίνει ότι τα 1.000 ευρώ αποτελούν κάποιο επίσημο αφορολόγητο όριο χαρτζιλικιού. Δεν υπάρχει τέτοιος αριθμός. Δείχνει όμως γιατί το ύψος μιας μεταφοράς δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τον πραγματικό λόγο για τον οποίο γίνεται.
Άλλο, δηλαδή, ένας πατέρας να στέλνει κάθε μήνα 800 ή 1.000 ευρώ στον γιο του που σπουδάζει σε άλλη πόλη για ενοίκιο και διαβίωση και άλλο να εμφανίζονται συστηματικές, υψηλές χρηματικές κινήσεις χωρίς προφανή σχέση με τις πραγματικές ανάγκες του προσώπου που τις λαμβάνει.
Η υπόθεση που προκάλεσε τον θόρυβο
Η συζήτηση πήρε μεγάλες διαστάσεις εξαιτίας της περίπτωσης φοιτήτριας από την Εύβοια, η οποία παρουσιάστηκε σε σειρά δημοσιευμάτων ως χαρακτηριστικό παράδειγμα φορολόγησης ακόμη και του «χαρτζιλικιού του παππού».
Η υπόθεση, όμως, είχε περισσότερες πλευρές από όσες χωρούσαν σε έναν εντυπωσιακό τίτλο.
Από την απόφαση 1798/2026 της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών προκύπτει ότι οι επίμαχες καταθέσεις πραγματοποιήθηκαν από τον Ιανουάριο έως τον Σεπτέμβριο του 2021 και έφτασαν συνολικά τα 700 ευρώ. Η φοιτήτρια υποστήριξε ότι επρόκειτο για μικροποσά που της έδινε ο παππούς της για τις ανάγκες διαβίωσής της όσο σπούδαζε μακριά από τον τόπο κατοικίας της.
Η ΑΑΔΕ διευκρίνισε στη συνέχεια ότι ο φορολογικός έλεγχος δεν ξεκίνησε εξαιτίας αυτού του χαρτζιλικιού, αλλά η φοιτήτρια περιλαμβανόταν σε έλεγχο ευρύτερου κύκλου προσώπων.
Υπάρχει όμως και μία ακόμη κρίσιμη λεπτομέρεια: τα χρήματα είχαν δοθεί πριν από την 1η Οκτωβρίου 2021, δηλαδή πριν τεθεί σε εφαρμογή το σημερινό αφορολόγητο των 800.000 ευρώ για συγκεκριμένες δωρεές και γονικές παροχές μεταξύ στενών συγγενών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τις διευκρινίσεις που δόθηκαν για την υπόθεση, ο καταλογισμός βασίστηκε στην εκπρόθεσμη δήλωση δωρεάς την οποία είχε υποβάλει η ίδια η ελεγχόμενη και η οποία στη συνέχεια επιχείρησε να ανατρέψει μέσω ενδικοφανούς προσφυγής.
Το αποτέλεσμα ήταν να καταλογιστεί φόρος 70 ευρώ και πρόστιμο 35 ευρώ για το συνολικό ποσό των 700 ευρώ.
Άλλο το χαρτζιλίκι, άλλο η κανονική χρηματική δωρεά
Στη δημόσια συζήτηση μπλέχτηκαν ουσιαστικά δύο διαφορετικά πράγματα.
Το πρώτο είναι τα μικρά ή εύλογα ποσά που μεταφέρονται μεταξύ μελών μιας οικογένειας για καθημερινά έξοδα.
Το δεύτερο είναι μια πραγματική χρηματική δωρεά ή γονική παροχή, δηλαδή η μεταβίβαση σημαντικού κεφαλαίου από έναν συγγενή σε έναν άλλον.
Για τη δεύτερη περίπτωση ισχύει σήμερα ένα ιδιαίτερα ευνοϊκό καθεστώς. Από την 1η Οκτωβρίου 2021, για γονικές παροχές και δωρεές προς πρόσωπα της Α΄ κατηγορίας προβλέπεται αφορολόγητο έως 800.000 ευρώ, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζει η νομοθεσία, μεταξύ των οποίων για τις χρηματικές μεταβιβάσεις η πραγματοποίησή τους μέσω χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων. Για το ποσό πάνω από τις 800.000 ευρώ εφαρμόζεται συντελεστής 10%.
Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι κάποιος μπορεί να βαφτίζει «χαρτζιλίκι» οποιαδήποτε μεταφορά χρημάτων. Οι πραγματικές δωρεές ακολουθούν τη φορολογική διαδικασία που προβλέπει ο νόμος.
Σημαίνει, όμως, ότι δεν πρέπει να συγχέονται οι καθημερινές οικογενειακές συναλλαγές με μεταβιβάσεις σημαντικής περιουσίας.
Το IRIS δεν είναι φορολογική παγίδα
Κάπως έτσι, μια συγκεκριμένη φορολογική υπόθεση με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά έφτασε να δημιουργήσει την εντύπωση ότι κάθε γονιός που στέλνει χρήματα στο παιδί του μέσω IRIS πρέπει πλέον να φοβάται την Εφορία. Δεν ισχύει κάτι τέτοιο.
Ο πατέρας που καλύπτει τα έξοδα του παιδιού του που σπουδάζει στη Θεσσαλονίκη, στην Πάτρα ή στα Ιωάννινα, η μητέρα που στέλνει χρήματα για το σούπερ μάρκετ και τους λογαριασμούς ή ο παππούς που δίνει ένα μικρό ποσό στο εγγόνι του δεν γίνονται ύποπτοι επειδή χρησιμοποίησαν το IRIS αντί να δώσουν τα χρήματα στο χέρι.
Ούτε υπάρχει ένας «κόφτης» στα 500 ή στα 1.000 ευρώ που από μόνος του μετατρέπει την οικογενειακή βοήθεια σε φορολογική παράβαση.
Αυτό που έχει σημασία είναι η πραγματική φύση της συναλλαγής, το ύψος και η συχνότητά της σε σχέση με τον σκοπό για τον οποίο γίνεται και, κυρίως, αν εμφανίζεται ένα συνολικό μοτίβο που μπορεί να υποδηλώνει κάτι διαφορετικό από τη συνηθισμένη οικογενειακή οικονομική στήριξη.
Και αυτή είναι ίσως η σημαντικότερη διευκρίνιση μετά τον θόρυβο των τελευταίων ημερών: το χαρτζιλίκι δεν έγινε ξαφνικά φορολογική παγίδα και το IRIS δεν μετατρέπει μια φυσιολογική οικονομική βοήθεια γονέα προς παιδί σε φορολογητέα δωρεά από μόνο του.
Ο πανικός που δημιουργήθηκε ήταν πολύ μεγαλύτερος από αυτό που δικαιολογούν τα πραγματικά περιστατικά.
























