Η συμφωνία ΕΕ–Mercosur παρουσιάζεται από τις Βρυξέλλες ως μια ευκαιρία για περισσότερες ελληνικές εξαγωγές, νέες αγορές και ενίσχυση των ποιοτικών προϊόντων.
Για περιοχές όπως η Ανατολική Αττική, όμως, το ερώτημα είναι πιο σύνθετο: μπορεί μια περιοχή που είδε τον αμπελώνα της να συρρικνώνεται δραματικά να ξαναβρεί ρόλο στον χάρτη της παραγωγής;
Η απάντηση δεν είναι αυτονόητη. Αλλά οι δυνατότητες υπάρχουν.
Από εμβληματικό προϊόν… σχεδόν «ντροπή» για τον παραγωγό
Για δεκαετίες, η ρετσίνα ήταν ταυτισμένη με την Αττική. Στο Μαρκόπουλο, τα Σπάτα, την Παιανία, την Κερατέα, τα Καλύβια και το Κορωπί, χιλιάδες οικογένειες ζούσαν άμεσα ή έμμεσα από το αμπέλι. Το προϊόν ήταν εξαγώγιμο, αναγνωρίσιμο και πολιτισμικά φορτισμένο.
Σήμερα όμως μεγάλα τμήματα του αμπελώνα έχουν εγκαταλειφθεί ή οικοπεδοποιηθεί, οι τιμές σταφυλιού συχνά δεν καλύπτουν ούτε το κόστος παραγωγής, το προϊόν απαξιώθηκε εμπορικά λόγω κακής ποιότητας μαζικής παραγωγής προηγούμενων δεκαετιών και οι μικροί παραγωγοί βρέθηκαν χωρίς στήριξη, χωρίς στρατηγική, χωρίς αφήγημα.
Η ρετσίνα από το «κρασί της Αττικής» μετατράπηκε σταδιακά σε προϊόν χαμηλού κύρους – και αυτό είχε άμεσο οικονομικό κόστος για τους αμπελουργούς.
Χαμένοι μιας ολόκληρης μετάβασης
Η υποχώρηση της αμπελοκαλλιέργειας στην Ανατολική Αττική δεν ήταν φυσικό φαινόμενο.
Ήταν αποτέλεσμα άναρχης οικιστικής ανάπτυξης, έλλειψης προστασίας της αγροτικής γης, απουσίας σοβαρής πολιτικής για τα τοπικά προϊόντα και εγκατάλειψης των μικρών παραγωγών.
Αντί η περιοχή να χτίσει πάνω στην ιστορική της ταυτότητα, οδηγήθηκε σε ένα μοντέλο όπου το αμπέλι θεωρήθηκε «ξεπερασμένο» και όχι πλεονέκτημα.
Το αποτέλεσμα; Λιγότερη παραγωγή, λιγότερα εισοδήματα, λιγότερες θέσεις εργασίας, λιγότερη τοπική αυτάρκεια.
Και όμως: το προϊόν υπάρχει – και μπορεί να ξανακερδίσει αξία
Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, κάτι αρχίζει να αλλάζει. Μικρά οινοποιεία της Αττικής, νέοι παραγωγοί και συλλογικές προσπάθειες έχουν αρχίσει να επανασυστήνουν τη ρετσίνα ως ποιοτικό προϊόν αλλά και να δουλεύουν με σύγχρονες τεχνικές και τοπικές ποικιλίες (κυρίως Σαββατιανό).
Παράλληλα χτίζουν αφήγημα γύρω από την αυθεντικότητα και την τοπικότητα και απευθύνονται πλέον σε εστιατόρια, wine bars και εξαγωγικές αγορές. Και εδώ έρχεται να «κουμπώσει» το διεθνές πλαίσιο.
Τι αλλάζει με τη συμφωνία ΕΕ–Mercosur για προϊόντα όπως η ρετσίνα
Η συμφωνία προβλέπει ρητά προστασία για τη Ρετσίνα Αττικής ως προϊόν γεωγραφικής ένδειξης.
Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι σε χώρες όπως η Βραζιλία και η Αργεντινή δεν θα μπορεί να κυκλοφορεί «Retsina» που δεν προέρχεται από την Ελλάδα.
Σε μια αγορά εκατοντάδων εκατομμυρίων καταναλωτών, αυτό δημιουργεί νομική προστασία του ονόματος, προϋποθέσεις για branding, δυνατότητα εξαγωγών με προστιθέμενη αξία και —κυρίως— ένα αφήγημα ποιότητας και αυθεντικότητας.
Με απλά λόγια: αν υπάρξει σοβαρή στρατηγική, η ρετσίνα μπορεί να πάψει να είναι «φθηνό τοπικό κρασί» και να μετατραπεί σε niche προϊόν εξαγωγής, δηλαδή ένα εξειδικευμένο προϊόν που απευθύνεται σε μικρό αλλά στοχευμένο κοινό αγοραστών στο εξωτερικό.
Η μεγάλη χαμένη ευκαιρία – και η επόμενη που έρχεται
Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν υπάρχουν δυνατότητες. Υπάρχουν. Το ερώτημα είναι αν θα υπάρξει πολιτική και τοπική βούληση να στηριχθούν οι μικροί αμπελουργοί, οι νέοι παραγωγοί, τα τοπικά οινοποιεία, η διατήρηση της αγροτικής γης και η σύνδεση του προϊόντος με τον τουρισμό και την τοπική ταυτότητα.
Γιατί διαφορετικά, ακόμη και οι διεθνείς συμφωνίες θα ωφελήσουν κυρίως μεγάλους εξαγωγείς — και όχι τις περιοχές που κουβαλούν την ιστορία του προϊόντος.
Ένα προϊόν με παρελθόν – και μελλοντικές δυνατότητες
Η ρετσίνα της Ανατολικής Αττικής δεν είναι απλώς ένα κρασί. Είναι κομμάτι τοπικής ιστορίας, πολιτισμού, οικονομίας.
Και ίσως για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια, διαμορφώνεται ένα παράθυρο όπου η ποιότητα, η ταυτότητα και η διεθνής προστασία του προϊόντος μπορούν να λειτουργήσουν υπέρ των ίδιων των παραγωγών.
Το αν αυτή η ευκαιρία θα αξιοποιηθεί ή θα χαθεί, δεν θα κριθεί στις Βρυξέλλες. Θα κριθεί στην Αττική.
























