Οι πρόσφατες έντονες βροχοπτώσεις και το περιστατικό στο ρέμα της Πικροδάφνης επανέφεραν στο προσκήνιο ένα πρόβλημα που δεν περιορίζεται σε μεμονωμένες περιοχές της Αττικής, αλλά αφορά το σύνολο του λεκανοπεδίου — και ιδίως την Ανατολική Αττική, όπου συνυπάρχουν όλες οι παράμετροι υψηλού πλημμυρικού κινδύνου.
Δομικό πρόβλημα στα ρέματα της Αττικής
Επιστήμονες επισημαίνουν ότι η επικινδυνότητα των ρεμάτων δεν εξαρτάται μόνο από την ένταση της βροχής, αλλά από δομικούς και διαχρονικούς παράγοντες: στενώσεις κοίτης, αυθαίρετη δόμηση, εκτεταμένη τσιμεντοποίηση, παρωχημένα αντιπλημμυρικά έργα και απώλεια φυσικών ζωνών απορρόφησης.
Όπως προκύπτει από το επιστημονικό πλαίσιο που περιγράφεται στο ρεπορτάζ του ΑΠΕ-ΜΠΕ, τα ρέματα της Αττικής έχουν μετατραπεί σε ευάλωτες «υποδομές», οι οποίες δυσκολεύονται να ανταποκριθούν ακόμη και σε βροχοπτώσεις χαμηλής περιόδου επαναφοράς.
Η υδρολόγος Δρ. Ελισάβετ Φελώνη επισημαίνει ότι στην Αττική καταγράφεται πλέον η ταχεία εκδήλωση πλημμυρικών φαινομένων, ακόμη και μετά από βροχές που παλαιότερα θεωρούνταν συνηθισμένες.
Το φαινόμενο αυτό συνδέεται άμεσα με τον τρόπο πολεοδομικής ανάπτυξης των τελευταίων δεκαετιών, κατά τον οποίο «δεν έμεινε χώρος για τα ρέματα», με αποτέλεσμα το νερό να κατευθύνεται ανεμπόδιστα προς τις κατοικημένες περιοχές.
Οι καμένες λεκάνες απορροής επιβαρύνουν τον κίνδυνο
Για την Ανατολική Αττική, το πρόβλημα εντείνεται και από έναν επιπλέον κρίσιμο παράγοντα: τις καμένες ορεινές λεκάνες απορροής.
Οι επαναλαμβανόμενες πυρκαγιές στην Πεντέλη, στον Υμηττό και στα Μεσόγεια έχουν αποδυναμώσει τη φυσική προστασία του εδάφους, επιτρέποντας στις απορροές να μεταφέρονται ταχύτερα και με μεγαλύτερη ένταση προς τους οικισμούς που βρίσκονται κατάντη των ρεμάτων.
Έλλειψη δεδομένων και η ανάγκη για σύγχρονη πρόγνωση
Παράλληλα, όπως επισημαίνει ο καθηγητής Δημήτρης Εμμανουλούδης, το πρόβλημα επιδεινώνεται από την έλλειψη επαρκών δεδομένων για το «υπόβαθρο» κάθε περιοχής — δηλαδή για τη γεωλογία, την υγρασία του εδάφους, τη μορφολογία και τη βλάστηση — στοιχεία απαραίτητα για μια αξιόπιστη εκτίμηση κινδύνου.
Χωρίς αυτά, η πραγματική επικινδυνότητα πολλών ρεμάτων παραμένει ουσιαστικά αχαρτογράφητη.
Το κενό αυτό επιχειρούν να καλύψουν νέα εργαλεία, όπως το προγνωστικό σύστημα INACHOS, το οποίο φιλοδοξεί να παρέχει χαρτογράφηση πλημμυρικού κινδύνου με μεγαλύτερη χωρική ακρίβεια.
Ωστόσο, μέχρι να υπάρξει πλήρης εφαρμογή τέτοιων συστημάτων, οι τοπικές κοινωνίες καλούνται να ζουν με έναν κίνδυνο υπαρκτό αλλά ανεπαρκώς αποτυπωμένο.
Το συμπέρασμα που προκύπτει από τα επιστημονικά δεδομένα είναι σαφές: χωρίς συστηματική παρακολούθηση, χωρίς επικαιροποίηση των αντιπλημμυρικών υποδομών και χωρίς ουσιαστική προστασία των φυσικών λεκανών απορροής, τα ρέματα της Ανατολικής Αττικής παραμένουν ένα ανοιχτό και διαρκώς επιδεινούμενο μέτωπο κινδύνου.
























