Σε μια χρονική συγκυρία με έντονο πολιτικό συμβολισμό, ο Μακάριος Λαζαρίδης επέλεξε να απαντήσει στον θόρυβο των τελευταίων ημερών γύρω από τις σπουδές του και τη διαδρομή του στη δημόσια διοίκηση, με μια ανάρτηση που δημοσιεύθηκε μόλις 15 λεπτά πριν από την έναρξη της συζήτησης στη Βουλή, σε επίπεδο πολιτικών αρχηγών, για το κράτος δικαίου.
Η χρονική αυτή σύμπτωση μόνο τυχαία δεν μπορεί να θεωρηθεί, καθώς η παρέμβαση του υφυπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και βουλευτή Καβάλας ήρθε σε μια στιγμή όπου το ζήτημα της θεσμικής λειτουργίας και της διαφάνειας βρισκόταν στο επίκεντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης.
Την ίδια ώρα, ο ίδιος φρόντισε να «κλείσει» τα σχόλια στην ανάρτησή του, αποκλείοντας κάθε δημόσια αντίδραση στα όσα υποστήριξε — μια επιλογή που ενισχύει την εικόνα ελεγχόμενης επικοινωνίας και αποφυγής διαλόγου.
Συγγνώμη χωρίς ουσία
Η ανάρτηση, ιδωμένη μέσα στο κλίμα πίεσης που έχει διαμορφωθεί, παραπέμπει περισσότερο σε μια άμυνα με στοιχεία ελεγχόμενης υποχώρησης, παρά σε μια ουσιαστική απάντηση επί των καταγγελιών.
Στην αρχή της δήλωσής του, ο Μακάριος Λαζαρίδης ζητά συγγνώμη — όχι όμως για την ουσία της υπόθεσης, αλλά για τον τρόπο που εκφράστηκε.
Δεν αναγνωρίζει δηλαδή κάποιο λάθος επί της πράξης, αλλά περιορίζεται σε μια επικοινωνιακή αστοχία, επιβεβαιώνοντας ουσιαστικά ότι αντιλαμβάνεται το βάρος της αρνητικής συγκυρίας χωρίς να αποδέχεται ευθύνη.
Η μετατόπιση στο «σύστημα»
Στη συνέχεια, υιοθετεί μια κλασική γραμμή μετατόπισης ευθύνης, επιμένοντας ότι όλα έγιναν «σύμφωνα με τον νόμο», ότι οι επιλογές συνεργατών αποτελούν αρμοδιότητα των υπουργών και ότι οι υπηρεσίες λειτούργησαν ορθά.
Με τον τρόπο αυτό επιχειρεί να αποσυνδέσει το πρόσωπό του από τις αποφάσεις, μεταφέροντας το ζήτημα από το πεδίο της πολιτικής ευθύνης στο επίπεδο της διοικητικής διαδικασίας.
Κίνηση εκτόνωσης με… επιστροφή χρημάτων
Ωστόσο, το πιο αποκαλυπτικό σημείο της δήλωσης είναι η πρόθεσή του να ζητήσει ο ίδιος τον πλήρη, έντοκο καταλογισμό τυχόν αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών.
Μια κίνηση που δύσκολα θα γινόταν αν δεν υπήρχε υπαρκτός κίνδυνος ελέγχου, και η οποία δείχνει περισσότερο προσπάθεια πρόωρης εκτόνωσης της κρίσης, παρά βεβαιότητα ότι δεν συντρέχει ζήτημα.
Η περίπτωση της Βάσως Κόλλια και το πλέγμα σχέσεων
Ιδιαίτερη βαρύτητα αποκτά η αναφορά του στη σύζυγό του και στη Βάσω Κόλλια, καθώς φωτίζει ένα πλέγμα πολιτικών και προσωπικών σχέσεων που βρίσκεται στον πυρήνα της κριτικής.
Η Βάσω Κόλλια δεν αποτελεί ένα τυχαίο πρόσωπο του κομματικού μηχανισμού.
Πρόκειται για πολιτικό επιστήμονα με μεταπτυχιακές σπουδές στην ευρωπαϊκή ενοποίηση, με μακρά παρουσία στον δημόσιο βίο και σημαντική διαδρομή σε θέσεις ευθύνης.
Έχει διατελέσει, μεταξύ άλλων, Γενική Γραμματέας Νέας Γενιάς (2004–2007) και Γενική Γραμματέας Ισότητας Φύλων (2013–2015), ενώ το 2023 εξελέγη βουλευτής Ανατολικής Αττικής με τη Νέα Δημοκρατία.
Παράλληλα, διαθέτει έντονη δραστηριότητα σε θεσμικούς και κοινωνικούς φορείς, καθώς και επαγγελματική εμπειρία ως σύμβουλος διοίκησης.
Ακριβώς αυτή η θεσμική και πολιτική της βαρύτητα είναι που καθιστά πιο κρίσιμη τη σχέση που περιγράφει ο κ. Λαζαρίδης: μια σχέση που, όπως ο ίδιος παραδέχεται, δεν είναι μόνο πολιτική αλλά και οικογενειακή.
Στο πλαίσιο αυτό, η επισήμανσή του ότι η ίδια έλαβε την απόφαση να προσλάβει τη σύζυγό του μετά την αποχώρησή του από τη Γενική Γραμματεία, μπορεί να επιχειρεί να τον αποδεσμεύσει από την ευθύνη, αλλά ταυτόχρονα επιβεβαιώνει τη διασταύρωση πολιτικής επιρροής και προσωπικών δεσμών.
Έτσι, αντί να κλείνει τη συζήτηση, η αναφορά στη Βάσω Κόλλια αναδεικνύει ακριβώς το πεδίο της κριτικής: όχι μόνο το αν τηρήθηκαν οι διαδικασίες, αλλά το πώς λειτουργούν στην πράξη τα δίκτυα εξουσίας εντός του κράτους.
Μια υπόθεση που παραμένει ανοιχτή
Συνολικά, η δήλωση του κ. Λαζαρίδη δεν φαίνεται να κλείνει την υπόθεση, αλλά να επιχειρεί την αναδιατύπωσή της με ευνοϊκότερους όρους.
Παραδέχεται ένα επικοινωνιακό λάθος, αποφεύγει κάθε ουσιαστική παραδοχή, μεταφέρει την ευθύνη στο «σύστημα» και αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο οικονομικής τακτοποίησης, σε μια προσπάθεια να περιοριστεί η πολιτική ζημιά.
Σε συνδυασμό με τον χρονισμό της παρέμβασης και την επιλογή ελέγχου των αντιδράσεων, η εικόνα που διαμορφώνεται είναι αυτή μιας υπόθεσης που παραμένει ανοιχτή — παρά τις προσπάθειες να παρουσιαστεί ως τυπικά διευθετημένη.
























