Μια καλύτερη εικόνα παρουσιάζουν φέτος τα αποθέματα νερού που υδροδοτούν την Αττική, ωστόσο ο κίνδυνος της λειψυδρίας δεν έχει εξαφανιστεί. Αντίθετα, απαιτείται μακροπρόθεσμος σχεδιασμός και αλλαγή νοοτροπίας, προειδοποιεί η υδρολόγος Ελισσάβετ Φελώνη σε συνέντευξή της στο ΑΠΕ-ΜΠΕ.
Τα αποθέματα στην Αττική: Βελτίωση, αλλά με αστερίσκους
Σύμφωνα με τα στοιχεία της 20ής Φεβρουαρίου, στους τέσσερις βασικούς ταμιευτήρες που διαχειρίζεται η ΕΥΔΑΠ —Μόρνος, Εύηνος, Υλίκη και Μαραθώνας— τα αποθέματα φτάνουν τα 683,5 εκατ. κυβικά μέτρα. Η εικόνα είναι ελαφρώς καλύτερη από πέρυσι.
Οι αυξημένες βροχοπτώσεις στη Δυτική Στερεά Ελλάδα από το φθινόπωρο και μετά επιτάχυναν την αναπλήρωση των αποθεμάτων. Σε ορισμένες περιοχές που τροφοδοτούν τους ταμιευτήρες Μόρνου και Ευήνου, ο Ιανουάριος κατέγραψε βροχές υπερτριπλάσιες σε σχέση με πέρυσι, ενώ τον Φεβρουάριο τα ύψη βροχής έφτασαν ακόμη και στο πενταπλάσιο.
Για το φετινό καλοκαίρι, άμεσος κίνδυνος δεν διαφαίνεται. Όμως, όπως επισημαίνει η κα Φελώνη, αυτό δεν σημαίνει ότι «τελειώσαμε» με το πρόβλημα.

Το «φαινόμενο Hurst» και ο κίνδυνος της επανάληψης
Η υδρολόγος υπενθυμίζει το λεγόμενο «φαινόμενο εμμονής» ή «φαινόμενο Hurst»: οι ακραίες υδρολογικές καταστάσεις, όπως οι ξηρασίες, έχουν την τάση να εμφανίζονται σε ομάδες ετών.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η μεγάλη ξηρασία της περιόδου 1988-1994. Αν και μεσολάβησε μια καλή υδρολογική χρονιά (1990-91), η ξηρασία επανήλθε για άλλα δύο χρόνια. Με άλλα λόγια, μια «καλή» χρονιά δεν ακυρώνει τον κίνδυνο.
Γι’ αυτό, όπως τονίζει, η διαχείριση του νερού πρέπει να βασίζεται σε σενάρια δεκαετίας, σε συνεχή παρακολούθηση και σε έγκαιρη ενημέρωση των πολιτών για περιορισμό της κατανάλωσης — ακόμη και όταν οι ταμιευτήρες φαίνονται γεμάτοι.
Δύο ταχύτητες στη χώρα: Ηπειρωτική Ελλάδα και νησιά
Η Ελλάδα παραδοσιακά έχει άνιση κατανομή βροχοπτώσεων. Η οροσειρά της Πίνδου λειτουργεί ως φυσικό φράγμα στα βροχοφόρα συστήματα, με αποτέλεσμα η Δυτική Ελλάδα να δέχεται πολύ περισσότερη βροχή από την ανατολική.
Φέτος, η ηπειρωτική χώρα διανύει γενικά μια καλή υδρολογική χρονιά. Σε ορισμένες περιοχές μάλιστα σημειώθηκαν και υπερχειλίσεις ποταμών.
Η εικόνα όμως αλλάζει δραματικά στα νησιά. Παρά τα κατά τόπους έντονα καιρικά φαινόμενα, το συνολικό ύψος βροχής σε μηνιαία βάση παραμένει πολύ χαμηλότερο από της ηπειρωτικής Ελλάδας. Οι μικρές λεκάνες απορροής, η περιορισμένη δυνατότητα αποθήκευσης νερού και η υπεράντληση των υπόγειων υδροφορέων οδηγούν συχνά σε υφαλμύριση.
Έτσι, όλο και περισσότερα νησιά στρέφονται στις μονάδες αφαλάτωσης. Ωστόσο, όπως επισημαίνει η κα Φελώνη, αυτές οι λύσεις πρέπει να εντάσσονται σε ολοκληρωμένο σχέδιο, με πρόβλεψη για το ενεργειακό κόστος και τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις — όχι να λειτουργούν ως πρόχειρες «λύσεις ανάγκης».
Από τη «διαχείριση κρίσης» στη «διαχείριση κινδύνου»
Η πολιτεία, σύμφωνα με την υδρολόγο, οφείλει να αλλάξει προσέγγιση: όχι αποσπασματικά μέτρα όταν ξεσπά η κρίση, αλλά μόνιμο σχεδιασμό πρόληψης.
Αυτό σημαίνει:
- θεσμική θωράκιση και συστήματα υποστήριξης αποφάσεων,
- μείωση απωλειών στα δίκτυα,
- έλεγχο της ζήτησης,
- προστασία των υπόγειων υδάτων.
Η ίδια συμμετέχει σε σχετικό ερευνητικό έργο που συντονίζει το Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, με στόχο την ανάπτυξη σύγχρονων εργαλείων διαχείρισης.
Παρά τη φετινή «ανάσα», ο κίνδυνος χαλάρωσης παραμένει. Όπως σημειώνει, οι καλές χρονιές πρέπει να αξιοποιούνται ως ευκαιρία για θωράκιση και όχι ως άλλοθι για αναβολή.
Λιγότερα χιόνια, περισσότερη ανησυχία
Ιδιαίτερη έμφαση δίνει η κα Φελώνη στη μειωμένη χιονόπτωση. Το χιόνι λειτουργεί ως φυσική αποθήκη νερού, απελευθερώνοντας σταδιακά ποσότητες την άνοιξη και τροφοδοτώντας ποτάμια και ταμιευτήρες το καλοκαίρι.
Η απουσία του σημαίνει ότι, ακόμη κι όταν βρέχει, τελικά φτάνει λιγότερο νερό στα αποθέματα από όσο θα αναμενόταν. Η αύξηση της θερμοκρασίας εντείνει την εξάτμιση, μειώνοντας περαιτέρω τα διαθέσιμα αποθέματα.
Η Μεσόγειος, άλλωστε, θεωρείται διεθνώς «hotspot» της κλιματικής αλλαγής, με αυξημένη συχνότητα και ένταση ξηρασιών.
Το νερό ως κοινωνικό αγαθό
Το βασικό μήνυμα της υδρολόγου είναι σαφές: η φετινή βελτίωση δεν αναιρεί τον διαρθρωτικό κίνδυνο.
Η επένδυση πρέπει να γίνει σε έργα με επιστημονική τεκμηρίωση, διαφάνεια και μακροπρόθεσμο όραμα — όχι σε εντυπωσιακές αλλά αμφίβολης αποτελεσματικότητας παρεμβάσεις.
Γιατί, όπως υπογραμμίζει, η αφθονία του νερού δεν είναι πλέον δεδομένη. Και η πραγματική ανθεκτικότητα δεν χτίζεται σε έναν βροχερό χειμώνα, αλλά σε συνεχή, σοβαρό σχεδιασμό.
























