Στην παραλία της Αλθέας Κορωπίου, πίσω από τα αγριόχορτα και τα σκουριασμένα κιγκλιδώματα, υψώνεται ένα τεράστιο, ημιτελές συγκρότημα — το ξενοδοχείο που για δεκαετίες έμεινε στη μέση των σχεδίων της ελληνικής τουριστικής ανάπτυξης.
Οι τοίχοι του, ξεφλουδισμένοι και γεμάτοι μουτζούρες, οι σπασμένες τζαμαρίες και οι εγκαταλελειμμένες πισίνες, μοιάζουν να αφηγούνται τη δική τους ιστορία: μεγαλεπήβολα όνειρα που κόπηκαν απότομα.
Τώρα, όμως, η εικόνα αυτή αναμένεται να αλλάξει. Το ακίνητο πέρασε πρόσφατα στα χέρια της HIG Capital, ενός αμερικανικού fund, το οποίο ανακοίνωσε επένδυση περίπου 100 εκατομμυρίων ευρώ για να ολοκληρώσει το έργο.
Ο στόχος είναι σαφής: ένα πολυτελές ξενοδοχείο 5 αστέρων με 350 δωμάτια, που θα λειτουργεί ξανά ως κόσμημα της παραλιακής ζώνης, με ορίζοντα ολοκλήρωσης το 2027-2028.
Η ιστορία του ξενοδοχείου Κοσκωτά, όπως έχει μείνει στην τοπική μνήμη, είναι ένα μικρογραφικό αφήγημα των μεγάλων αποτυχιών της ελληνικής τουριστικής πολιτικής.
Το έργο ξεκίνησε στη δεκαετία του ’70, υπό τη χούντα, και επιδιώκονταν να γίνει ένα μεγαλόπνοο τουριστικό πρότζεκτ.
Μετά την πτώση της χούντας, οι εργασίες σταμάτησαν. Η προσπάθεια ολοκλήρωσης από τον Γιώργο Κοσκωτά έληξε με την εμπλοκή του σε σκανδαλώδεις υποθέσεις και τη νέα εγκατάλειψη του συγκροτήματος.
Η Αλθέα δεν είναι μοναδική περίπτωση. Δεκάδες ημιτελή κτίρια και ξενοδοχεία στην Αττική και σε άλλες παραθαλάσσιες περιοχές θυμίζουν τις δεκαετίες των «θαλασσοδανείων» και των μεγάλων υποσχέσεων που ποτέ δεν εκπληρώθηκαν.
Σήμερα, αυτά τα κουφάρια παραμένουν σιωπηλά μάρτυρες μιας πολιτικής και οικονομικής αστάθειας, αφήνοντας τοπίο αποσάθρωσης και εγκατάλειψης.
Όμως, η νέα επένδυση στην Αλθέα μπορεί να γράψει μια νέα σελίδα. Οι μπουλντόζες ετοιμάζονται να μπουν, τα σχέδια για πολυτελείς σουίτες και αναβαθμισμένες υποδομές παίρνουν σάρκα και οστά, και το ξενοδοχείο που για μισό αιώνα κοιμόταν στο ημίφως της εγκατάλειψης, ίσως ξαναζωντανέψει.
Αν το εγχείρημα στεφθεί με επιτυχία, η Αλθέα θα γίνει παράδειγμα για το πώς τα εγκαταλελειμμένα έργα μπορούν να μεταμορφωθούν σε σύγχρονες, λειτουργικές υποδομές — αλλά και υπενθύμιση ότι η ελληνική ιστορία των ημιτελών έργων απαιτεί πάντα εγρήγορση, σχέδιο και κεφάλαια.
























