Λίγα χιλιόμετρα έξω από το Γραμματικό, σε μια περιοχή που σήμερα μοιάζει καθαρά αγροτική, στέκει ένα πέτρινο γεφύρι που οι περισσότεροι αγνοούν την ύπαρξή του.
Πρόκειται για το γεφύρι Hatton, ένα τεχνικό έργο του τέλους του 19ου αιώνα που αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό κατάλοιπο μιας σχεδόν ξεχασμένης βιομηχανικής δραστηριότητας στην Ανατολική Αττική.
Η μεταλλευτική δραστηριότητα στο Γραμματικό
Το γεφύρι δεν εξυπηρετούσε δρόμο ή αγροτική μετακίνηση. Κατασκευάστηκε για να περνά από πάνω του μια στενή σιδηροδρομική γραμμή μεταφοράς μεταλλεύματος, η οποία συνέδεε τα μεταλλεία της περιοχής του Γραμματικού με την ακτή, όπου το υλικό φορτωνόταν σε πλοία για εξαγωγή.
Σήμερα το πέτρινο τόξο του γεφυριού σώζεται σχεδόν ακέραιο. Ωστόσο γύρω του δεν υπάρχει καμία πινακίδα ή ένδειξη που να ενημερώνει για την ιστορία του, παρότι πρόκειται για ένα μικρό αλλά σημαντικό κομμάτι της βιομηχανικής ιστορίας της Αττικής.
Στα τέλη του 19ου αιώνα η Ελλάδα γνώρισε μια περίοδο έντονης ανάπτυξης της μεταλλευτικής δραστηριότητας.
Η εκμετάλλευση μεταλλευμάτων, κυρίως σιδήρου και μαγγανίου, προσέλκυσε επενδυτές και εταιρείες που εγκατέστησαν εξορυκτικές υποδομές σε διάφορες περιοχές της χώρας.
Μία από αυτές ήταν και η περιοχή του Γραμματικού. Τα μεταλλεία λειτουργούσαν σε λόφους της ευρύτερης περιοχής και η μεταφορά του μεταλλεύματος γινόταν με μικρά βαγονέτα πάνω σε σιδηροτροχιές, ένα σύστημα που θεωρούνταν ιδιαίτερα σύγχρονο για τα δεδομένα της εποχής.
Η γραμμή περνούσε από επιχωματώσεις, μικρές γέφυρες και τεχνικά έργα πριν καταλήξει στην ακτή, πιθανότατα στον όρμο του Λιμνιώνα, όπου το μετάλλευμα φορτωνόταν σε πλοία. Το γεφύρι Hatton ήταν το πιο εντυπωσιακό από αυτά τα έργα.
Η χάραξη της σιδηροδρομικής γραμμής
Σύμφωνα με τον γνώστη της περιοχής Θ. Πόραβο, η ιστορία της μεταλλευτικής σιδηροδρομικής γραμμής ξεκινά τον χειμώνα του 1890.
Τότε ο Δημήτριος Σούτσος, ιδιοκτήτης του μεταλλείου Γραμματικού και νομομηχανικός, μαζί με τον μηχανικό Λεωνίδα Καράμπελα και τον μεταλλειολόγο και μαθηματικό Hatton χάραξαν τη γραμμή μεταφοράς μεταλλευμάτων από το Γραμματικό προς την ακτή.
Η γραμμή είχε μήκος περίπου 16,5 χιλιόμετρα και κατέληγε στην περιοχή του Λοιμικού, όπου το μετάλλευμα φορτωνόταν σε πλοία για μεταφορά.
Για να ξεπεραστούν τα εμπόδια των ρεμάτων της διαδρομής χρειάστηκε να κατασκευαστούν πέτρινες γέφυρες, όλες χτισμένες με ντόπια πέτρα. Η μεγαλύτερη από αυτές ήταν η γέφυρα Hatton, η οποία ολοκληρώθηκε το 1892.
Σύμφωνα με την έρευνα της ιστορικού Ζωής Καζαζάκη, η κατασκευή της μεταλλευτικής γραμμής διήρκεσε περίπου δύο χρόνια, όπως προκύπτει από τη μελέτη της λειτουργίας των μεταλλείων της περιοχής.
Η «ταυτότητα» της πέτρινης γέφυρας
Ο Θ. Πόραβος καταγράφει επίσης την «ταυτότητα» του πέτρινου γεφυριού, το οποίο βρίσκεται κοντά στο εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία.
Το κατάστρωμά του φτάνει περίπου τα 60 μέτρα σε μήκος και τα 3,30 μέτρα σε πλάτος, ενώ το άνοιγμα της καμάρας του είναι περίπου 10 μέτρα.
Το ύψος της καμάρας από την κοίτη μέχρι το κατάστρωμα αγγίζει επίσης τα 10 μέτρα, ενώ το δομημένο πάχος από το κλειδί της καμάρας μέχρι το κατάστρωμα φτάνει περίπου τα 2,5 μέτρα.
Ένα από τα πιο ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του γεφυριού είναι οι τέσσερις αντερίδες που βρίσκονται στα δύο άκρα του, στοιχείο που ενισχύει τη στατική του αντοχή.
Το κατάστρωμα είναι απολύτως ευθύ, γεγονός που εξυπηρετούσε τις ανάγκες διέλευσης του μικρού τραίνου που μετέφερε το μετάλλευμα.
Το όνομα του Hatton χαραγμένο στην πέτρα
Η συμβολή του μηχανικού Hatton αποτυπώθηκε και πάνω στην ίδια τη γέφυρα. Σύμφωνα με τον Θ. Πόραβο, στο κλειδί της καμάρας – την κεντρική πέτρα του τόξου – χαράχτηκε το όνομά του μαζί με τη χρονολογία 1892.
Η συγκεκριμένη πέτρα ξεχωρίζει από τις υπόλοιπες τόσο στο χρώμα όσο και στο μέγεθός της.
Η γέφυρα παρουσιάζει επίσης ενδιαφέρον από τεχνικής πλευράς, καθώς η λιθοδομή της είναι μικτή, με πέτρες τοποθετημένες τόσο σε κανονικές αράδες όσο και με έμπλεκτη τεχνική, αξιοποιώντας την τοπική πέτρα.
Τα τύμπανα της καμάρας έχουν ενισχυθεί ώστε να αυξηθεί η στατική αντοχή του έργου. Όπως σημειώνει ο Θ. Πόραβος, πρόκειται για ένα «λόγιο γεφύρι με παραδοσιακά χαρακτηριστικά», που συνδυάζει την παραδοσιακή πέτρινη τεχνική με τις ανάγκες ενός σιδηροδρομικού έργου της εποχής.
Ένα μνημείο χωρίς προστασία
Παρά τη σημασία του, το γεφύρι Hatton παραμένει ουσιαστικά εκτός οργανωμένης προστασίας ή ανάδειξης. Δεν έχουν γίνει έργα συντήρησης ούτε υπάρχει σήμανση που να ενημερώνει τους επισκέπτες για την ιστορία του.
Η πρόσβαση γίνεται κυρίως μέσω χωματόδρομων, ενώ την ύπαρξή του γνωρίζουν κυρίως πεζοπόροι και λίγοι κάτοικοι της περιοχής.
Κι όμως, πρόκειται για ένα χαρακτηριστικό δείγμα βιομηχανικής αρχαιολογίας, μιας κατηγορίας μνημείων που στην Ελλάδα συχνά παραμένει στο περιθώριο της πολιτιστικής προστασίας.
Μέσα στο ήσυχο τοπίο της υπαίθρου, το πέτρινο τόξο του γεφυριού συνεχίζει να θυμίζει μια εποχή όπου η περιοχή συμμετείχε ενεργά στην εξορυκτική οικονομία της χώρας, αποτελώντας ένα μικρό αλλά σημαντικό κομμάτι ιστορίας που εξακολουθεί να περιμένει την ανάδειξή του.
























