Σε μια εποχή που το λαϊκό τραγούδι δεν περιοριζόταν στα φώτα της Ομόνοιας και της Συγγρού, αλλά απλωνόταν στα Μεσόγεια, στις άκρες της Αττικής και στα «εξοχικά» πάλκα, υπήρχαν χώροι που έγραψαν τη δική τους, σχεδόν άτυπη ιστορία.
Ένας από αυτούς ήταν το «Καρτέρι» στο Μαρκόπουλο — ένα κέντρο διασκέδασης που σήμερα επιβιώνει περισσότερο στη μνήμη παρά στα αρχεία, όμως από τη δεκαετία του ’40 έως και τη δεκαετία του ’70 ήταν σημείο αναφοράς όχι μόνο για τα Μεσόγεια αλλά και για ολόκληρη την Αθήνα.
Οι παλιότεροι, που μίλησαν στο notioanatolika.gr, θυμούνται ότι βρισκόταν επί της λεωφόρου Σουνίου, πηγαίνοντας προς τη Λαυρίου περίπου 100 μέτρα μετά το σούπερ μάρκετ «Σκλαβενίτης» στην αριστερή πλευρά του δρόμου.
Εκεί, σύμφωνα με μαρτυρίες και καταγραφές τοπικής ιστορίας, πέρασαν μερικά από τα μεγαλύτερα ονόματα του λαϊκού τραγουδιού της μεταπολεμικής Ελλάδας.
Ανάμεσά τους και η Μαρινέλλα, σε χρόνια που το τραγούδι της δεν είχε ακόμη αποκτήσει τη μεταγενέστερη λάμψη, αλλά κουβαλούσε όλη την ωμή ενέργεια της λαϊκής πίστας.
Το «Καρτέρι» δεν ήταν ένα απλό μαγαζί. Ήταν μέρος μιας ολόκληρης γεωγραφίας διασκέδασης που άνθισε εκτός του κέντρου της Αθήνας, εκεί όπου το κοινό αναζητούσε κάτι πιο αυθεντικό: χωμάτινες αυλές, τραπέζια γεμάτα, φωνές χωρίς φίλτρα και τραγούδια που λέγονταν με ένταση.
Σε αυτό το περιβάλλον, η Μαρινέλλα δεν ήταν ακόμη «η μεγάλη κυρία» του ελληνικού τραγουδιού, ήταν μια φωνή που έπρεπε να επιβληθεί ζωντανά, μπροστά σε ένα απαιτητικό κοινό.
Οι περιγραφές της εποχής —έστω και αποσπασματικές— συγκλίνουν σε ένα πράγμα: τα βράδια στο «Καρτέρι» δεν ήταν ήσυχα. Ήταν βραδιές που το τραγούδι λειτουργούσε σχεδόν εκρηκτικά.
Και όταν η Μαρινέλλα ανέβαινε στο πάλκο, το κοινό δεν έμενε απλώς να ακούει αλλά συμμετείχε.
Έστω κι αν βρισκόταν ακόμη στην εφηβεία και κάποιοι υπέργηροι Μαρκοπουλιώτες τη θυμούνται,όπως ανέφεραν στο notioanatolika.gr, να τραγουδάει με… κοτσίδες στο πλευρό ενός άλλου μεγάλου, του Καζαντζίδη.
Φωνές, χειροκροτήματα, παραγγελιές, μια άμεση σχέση που δύσκολα συναντάται στις μεγάλες σκηνές των επόμενων δεκαετιών.
Στο ίδιο πάλκο είχαν βρεθεί και άλλοι εμβληματικοί καλλιτέχνες της εποχής, επιβεβαιώνοντας ότι το «Καρτέρι» υπήρξε, έστω και μακριά από τα επίσημα φώτα, ένας κομβικός χώρος για το λαϊκό τραγούδι.
Ένας χώρος όπου δοκιμάζονταν φωνές, χτίζονταν καριέρες και, κυρίως, σφυρηλατούνταν η σχέση καλλιτέχνη–κοινού.
Σήμερα, τα ίχνη του έχουν σχεδόν σβήσει. Δεν υπάρχουν εύκολα διαθέσιμες λεπτομέρειες για τη λειτουργία του, τους ιδιοκτήτες του ή το ακριβές του στίγμα στον χάρτη.
Αυτό που μένει είναι οι αναφορές, οι σκόρπιες μαρτυρίες και η αίσθηση μιας εποχής όπου το τραγούδι δεν ήταν προϊόν, αλλά εμπειρία.
Και μέσα σε αυτή την εμπειρία, η Μαρινέλλα —που έφυγε αφήνοντας πίσω της μια ολόκληρη εποχή— πέρασε και από το Μαρκόπουλο. Όχι ως μύθος ακόμη, αλλά ως φωνή που μπορούσε να ξεσηκώσει ένα μαγαζί.
Σε ένα «Καρτέρι» που, για όσους το έζησαν, δεν ήταν απλώς ένα κέντρο διασκέδασης, αλλά ένα μικρό κομμάτι της άτυπης ιστορίας του ελληνικού λαϊκού τραγουδιού.
Διαβάστε επίσης: Η Μαρινέλλα, ο έρωτας και το Λαύριο: Μια σχέση που άφησε ίχνη μακριά από τα φώτα
























