Κάθε Φεβρουάριο, η συζήτηση επιστρέφει στο ίδιο σημείο: στο ναυάγιο του ORIA, στα ανοιχτά του μικρού νησιού Πάτροκλος, και στους χιλιάδες Ιταλούς στρατιώτες που χάθηκαν στα παγωμένα νερά το 1944. Μνημόσυνα, αναφορές, λόγια συμφιλίωσης.
Αναμφισβήτητα πρόκειται για μια από τις μεγαλύτερες ναυτικές τραγωδίες του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου στη Μεσόγειο.
Υπάρχει όμως ένα κρίσιμο ερώτημα που συνήθως μένει εκτός κάδρου: ποιοι ήταν αυτοί οι άνθρωποι πριν γίνουν θύματα;
Γιατί η ιστορία τους δεν ξεκινά στο ναυάγιο. Ξεκινά τρία χρόνια νωρίτερα, στα Δωδεκάνησα, ως στρατιώτες μιας δύναμης κατοχής. Και αυτή η λεπτομέρεια αλλάζει τα πάντα.
Ρόδος: Η «ήπια» κατοχή που δεν ήταν καθόλου ήπια
Στη Ρόδο, διοικητικό κέντρο της ιταλικής κυριαρχίας, η κατοχή δεν είχε πάντα τη μορφή της ωμής, θεαματικής βίας που γνώρισε η υπόλοιπη Ελλάδα. Δεν υπήρχαν μαζικές εκτελέσεις στην πλατεία ούτε ολοκαυτώματα χωριών. Υπήρχε κάτι πιο αθόρυβο — και γι’ αυτό πιο ύπουλο.
Η ζωή ρυθμιζόταν από άδειες, διαταγές και φακέλους. Η αλληλογραφία λογοκρινόταν, οι συναθροίσεις παρακολουθούνταν, οι «ύποπτοι» προσάγονταν. Οι καραμπινιέροι και οι στρατιωτικές αρχές δεν χρειάζονταν να ασκούν διαρκή βία· αρκούσε να είναι παντού παρόντες. Ο φόβος της σύλληψης λειτουργούσε μόνος του ως πειθαρχία.
Παράλληλα, η εβραϊκή κοινότητα ζούσε ήδη υπό αποκλεισμούς και διοικητικές διακρίσεις λόγω των ιταλικών φυλετικών νόμων. Η περιθωριοποίηση είχε αρχίσει πριν καν φτάσουν οι Γερμανοί.
Δεν ήταν «ήπια» κατοχή. Ήταν μια κατοχή χαμηλής έντασης, αλλά διαρκούς πίεσης — ένα καθεστώς που έσφιγγε καθημερινά τη ζωή χωρίς να φωνάζει.
Και αυτό το καθεστώς το υπηρετούσαν συγκεκριμένοι άνθρωποι: οι ιταλικές στρατιωτικές μονάδες.
Λέρος: Το νησί που έγινε στρατιωτικό κολαστήριο
Στη Λέρο η ιταλική παρουσία απέκτησε σχεδόν βιομηχανική κλίμακα. Το Πόρτο Λάγκο — το σημερινό Λακκί — μετατράπηκε σε τεράστια ναυτική και αεροπορική βάση. Οχυρά, αποθήκες, αεροδρόμια, πυροβολαρχίες. Το τοπίο ανασχεδιάστηκε για τον πόλεμο.
Η τοπική κοινωνία ακολούθησε αναγκαστικά. Εργασίες υποχρεωτικές ή ημιυποχρεωτικές, επιτάξεις κτιρίων, έλεγχος της οικονομικής δραστηριότητας. Η καθημερινότητα ρυθμιζόταν με στρατιωτικούς όρους. Το νησί έμοιαζε λιγότερο με κοινότητα και περισσότερο με στρατόπεδο.
Οι Ιταλοί στρατιώτες δεν ήταν απλοί θεατές αυτής της αλλαγής. Ήταν οι φρουροί της. Εκείνοι που επέβλεπαν, που διέταζαν, που εξασφάλιζαν ότι τίποτα δεν ξέφευγε από τον έλεγχο.
Κως: Η σιωπηλή κανονικοποίηση του φόβου
Στα μικρότερα νησιά, όπως η Κως, η πίεση ήταν πιο αθόρυβη αλλά εξίσου σταθερή.
Επιτάξεις, αγγαρείες, επιστρατεύσεις, έλεγχος προμηθειών. Οι άνθρωποι μάθαιναν να μη μιλούν, να μην ξεχωρίζουν, να μη διαμαρτύρονται.
Η κατοχή γινόταν συνήθεια. Και αυτή η «κανονικότητα» στηριζόταν πάλι στους ίδιους μηχανισμούς: στις φρουρές του ιταλικού στρατού.
Πάτροκλος: Το τέλος μιας παρουσίας
Τον Σεπτέμβριο του 1943 όλα κατέρρευσαν. Με την ιταλική ανακωχή, οι μέχρι τότε σύμμαχοι μετατράπηκαν σε εχθρούς των Γερμανών. Οι φρουρές των Δωδεκανήσων αφοπλίστηκαν και συνελήφθησαν. Οι κατακτητές έγιναν αιχμάλωτοι μέσα σε λίγες ημέρες.
Χιλιάδες στοιβάχτηκαν σε παλιά φορτηγά πλοία για μεταφορά σε στρατόπεδα εργασίας. Ένα από αυτά ήταν το ORIA. Το ναυάγιο υπήρξε φονικό. Πάνω από 4.000 άνθρωποι χάθηκαν.
Είναι μια αδιαμφισβήτητη ανθρώπινη τραγωδία. Αλλά ιστορικά δεν ήταν μια ομάδα αθώων περαστικών. Ήταν, σε μεγάλο βαθμό, οι ίδιες οι μονάδες που μέχρι χθες ασκούσαν την κατοχή στο Αιγαίο.
Μνήμη χωρίς αμνησία
Κανένας θάνατος δεν αξίζει περιφρόνηση. Ο σεβασμός στους νεκρούς είναι στοιχειώδης. Η μνήμη όμως χρειάζεται πλαίσιο.
Όταν η ελληνική δημόσια συζήτηση στέκεται αποκλειστικά στην τραγωδία των Ιταλών του ORIA, αποκομμένη από το προηγούμενο κεφάλαιο της δράσης τους στα Δωδεκάνησα, τότε η ιστορία παρουσιάζεται μισή. Και η μισή ιστορία εύκολα μετατρέπεται σε εξωραϊσμό.
Οι άνθρωποι αυτοί δεν ήταν ουδέτεροι. Ήταν ο μηχανισμός που επέβαλε λογοκρισία, συλλήψεις, επιτάξεις, καταναγκαστική εργασία. Ήταν η υλική μορφή της κατοχής.
Η μετατροπή τους αποκλειστικά σε «αθώα θύματα» σβήνει αυτό το γεγονός. Και μια μνήμη που σβήνει το μισό παρελθόν δεν είναι μνήμη. Είναι λήθη.
Ίσως λοιπόν το ζητούμενο δεν είναι περισσότερες τελετές, αλλά περισσότερη ιστορική ισορροπία. Να θυμόμαστε την τραγωδία — χωρίς να ξεχνάμε ποιοι ήταν, και τι έκαναν, πριν φτάσουν σε εκείνη τη θάλασσα.
























