Με καυστική ειρωνεία και γλώσσα που ακροβατεί ανάμεσα στη σάτιρα και την ιστορική αφήγηση, ο ιστορικός και συγγραφέας Κωνσταντίνος Τσοπάνης επιχειρεί μια αποδόμηση του κυρίαρχου αφηγήματος γύρω από τον Ιωάννη Καποδίστρια.
Στο επίκεντρο της ανάρτησής του δεν βρίσκεται ο «εθνομάρτυρας κυβερνήτης», αλλά ο αριστοκράτης πολιτικός, διαμορφωμένος μέσα στα προνόμια και τις αντιφάσεις της ευρωπαϊκής και ρωσικής εξουσίας.
Ο κ. Τσοπάνης ξεκινά από μια λιγότερο γνωστή αλλά κρίσιμη λεπτομέρεια: για να ανελιχθεί κανείς στη ρωσική αυτοκρατορική διοίκηση, όφειλε τυπικά να δηλώνει «δημοκράτης».
Έτσι, ο κόμης Καποδίστριας –παρά το γεγονός ότι ο ίδιος και η οικογένειά του ανήκαν στο περίφημο Libro d’Oro της ενετικής αριστοκρατίας– προσαρμόστηκε στους νέους καιρούς, χωρίς ωστόσο να αποκοπεί ποτέ από τη νοοτροπία της νομπιλιτέ.
Η αφήγηση περνά στα χρόνια της αναστάτωσης στα Επτάνησα. Μετά την καταστροφή του Libro d’Oro στο λαϊκό κίνημα του 1797 και την κατάληψη των νησιών από τον ρωσοτουρκικό στόλο το 1800, ο Καποδίστριας εμφανίζεται να αναζητά επαγγελματική διέξοδο.
Σπουδάζει Ιατρική στην Πάδοβα –όχι από κλίση, αλλά από ανάγκη– και εργάζεται ακόμη και ως γιατρός στην οθωμανική διοίκηση, με γενναία αμοιβή, όπως σημειώνει σκωπτικά ο συγγραφέας.
Σύντομα όμως, η Ιατρική εγκαταλείπεται και τη θέση της παίρνει η πολιτική. Μαζί με τον πατέρα του, Αντώνιο-Μαρία, ο Καποδίστριας συμβάλλει στη διαμόρφωση του λεγόμενου «Βυζαντινού Συντάγματος» της Επτανήσου Πολιτείας – ενός θεσμικού πλαισίου που, σύμφωνα με τον κ. Τσοπάνη, επανέφερε ουσιαστικά την προεπαναστατική αριστοκρατική τάξη πραγμάτων.
Οι λαϊκές αντιδράσεις, ιδίως στην Κεφαλονιά, καταπνίγονται με τη συνδρομή ρωσοτουρκικών στρατευμάτων.
Η ίδια λογική, υποστηρίζει ο συγγραφέας, μεταφέρεται αργότερα και στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος.
Ως Κυβερνήτης της Ελλάδας, ο Καποδίστριας «παγώνει» το Σύνταγμα των επαναστατών, διαλύει τη Βουλή και συγκροτεί το «Πανελλήνιο» με διορισμένους και εξαρτημένους από την εξουσία παράγοντες.
Η επιλογή του ισχυρού συγκεντρωτισμού, η σύγκρουση με τοπικά συμφέροντα και η αυταρχική διακυβέρνηση κορυφώνονται με πράξεις που προκαλούν κοινωνική ένταση, όπως το κλείσιμο των εκκλησιών το 1822.
Η δολοφονία του Καποδίστρια δεν κλείνει, κατά τον κ. Τσοπάνη, τον κύκλο της εξουσίας.
Ο αδελφός του, Αυγουστίνος, επιχειρεί να τον διαδεχθεί, αλλά η λαϊκή οργή στο Ναύπλιο εκδηλώνεται ανοιχτά, ακόμη και με σκηνές χλευασμού.
Οι αυτοσχέδιοι σατιρικοί στίχοι που παραθέτει ο συγγραφέας λειτουργούν ως επίλογος μιας αφήγησης που θέλει να θυμίσει ότι η Ιστορία δεν είναι μόνο ανδριάντες και εθνικοί μύθοι, αλλά και συγκρούσεις, συμφέροντα και κοινωνικές αντιδράσεις.
Το κείμενο του Κωνσταντίνου Τσοπάνη δεν φιλοδοξεί να δώσει την «τελική» απάντηση για τον Καποδίστρια.
Θέτει, όμως, ένα ενοχλητικό ερώτημα: πόσο απέχει η επίσημη ιστορική εικόνα από την πραγματικότητα της εξουσίας – και ποιοι τελικά πλήρωσαν το τίμημα των επιλογών της.
Το κείμενο αυτούσιο
Διαβάστε το ολόκληρο παρακάτω και μάλιστα στο πολυτονικό σύστημα που προτίμησε ο ίδιος ο εμπνευστής και συντάκτης του:
«Ἔτσι ποὺ λέτε καλά μου πρόβατα, γιὰ νὰ γίνεις Ὑπουργὸς τοῦ Τσάρου πασῶν των Ρωσσιῶν, ἐπιβάλλετο νὰ εἶσαι Δημοκράτης! Ναίιιιι, βέβαιαααααααα! Ὅπως ἦταν ὁ κόντε Κάπο ντ' Ἴστρια! Ἀσχέτως τοῦ ὅτι ὁ ἴδιος κι ἡ οἰκογένεια του ἦταν γραμμένοι στὸ Libro d' Oro, τὸ ὁποῖο κάηκε κατὰ τὸ ρεμπελιό τῶν ποπολάρων τὸ 1797 (τί τραβήξατε κι ἐσεῖς οἱ Κόντηδες Κόντε μου....).
Ἔτσι ὁ καλός μας Κόντες Κάπο ντ' Ἴστρια ἀναγκάσθηκε νὰ σπουδάσει Ἰατρική, ἕναν ὁλόκληρο χρόνο ὥστε νὰ μπορέσει νὰ δουλέψει, ὡς ἰατρός, καὶ νὰ ζήσει μὲ τὸν τίμιο ἱδρῶτα του (δύσκολοι καιροὶ γιὰ Κόντηδες, Κόντε μου.....) Εὐτυχῶς δηλαδὴ Κόντε μου κι ἦρθε ὁ σουλτανικὸς μὲ τὸν τσαρικὸ στόλο καὶ κατέλαβαν τὰ Ἑπτάνησα, τὸ 1800, καὶ βρῆκες δουλειὰ ὡς ἰατρὸς τῶν Ὀθωμανῶν (ἄφεριμ Ἐφέντημ), μὲ 200 πιάστρες τὸν μῆνα ἀφοῦ οἱ Ὀθωμανοὶ καλοπλήρωναν τοὺς συνεργάτες τους.
Πλὴν ὅμως στὴν ἰατρικὴ δὲν τὰ πήγαινε καὶ πολὺ καλὰ ὁ Κόντες, παρὰ τὸ ἕνα ὁλόκληρο ἔτος ἰατρικῶν σπουδῶν ποὺ εἶχε κάνει στὸ πανεπιστήμιο τσὶ Πάντοβας, κι ἔτσι ἄλλαξε δουλειά, ἐργαζόμενος πλέον ὡς βοηθὸς τοῦ πατέρα του, τοῦ κόντε Ἀντώνιο - Μαρία (πόσο μπροστὰ ἤσαστε ἀπὸ τότενες Κόντε μου, ἀλλὰ ποὺ νὰ τὰ καταλάβουν αὐτὰ οἱ ποπολάροι ποὺ λέγανε "ἢ Ἀντώνιος ἢ Μαρία!"...... ), κι ἔφτιαξαν οἱ δυό τους τὸ "Βυζαντινὸ Σύνταγμα" ποὺ δὲν ἦταν ἀνέκδοτο μὲ δυὸ λέξεις, ἀλλὰ ἕνα σύνολο νόμων καὶ κανόνων Βυζαντινῆς ἐμπνεύσεως ποὺ ἐπανέφεραν τὴν "Ἐπτάνησο Πολιτεία" στὰ ἴσα της. Δηλαδὴ στὶς παλιὲς καλὲς ἡμέρες τοῦ Libro d' Oro.
Ἀλλὰ ἐτοῦτοι οἱ ξυμαρισμένοι οἱ ποπολάροι ποὺ νὰ καταλάβουν ἀπὸ Παράδοση καὶ Νομπλέτσα (κοινῶς Ἀριστοκρατία). Ἔκαναν νέο ρεμπελιὸ στὴν Κεφαλονιά, κι ἀναγκάστηκε ὁ Κόντες Κάπο ντ' Ἴστρια νὰ μπεῖ στὸ βαπόρο καὶ νὰ πάει ἐπὶ τόπου μὲ ρωσοτουρκικὸ στρατὸ νὰ τοὺς καθησυχάσει. Τὸ 1803 γινήκαν οὔλα τοῦτα τσαρτσαμίνι μου.
Καὶ γιὰ νὰ μὴν πάθει τὰ ἴδια, στὸ νέο προτεκτορᾶτο τσὶ Ἑλλάδος, ποὺ τὸν ἔστειλαν σὰν Κυβερνήτη λίγα χρόνια ἀργότερα, "πάγωσε" τὸ Σύνταγμα ποὺ εἶχαν ψηφίσει οἱ Ἐπαναστάτες, διέλυσε καὶ τὴ Βουλὴ ποὺ τὸν ἐξέλεξε κι ἔφτιαξε τὸ λεγόμενο "Πανελλήνιο" μὲ ἀνθρώπους δικούς τους ποὺ τοὺς εἶχε διορίσει στὸ Δημόσιο γιὰ νὰ μὴν τοῦ κάνουν ρεμπελιὰ ἀφοῦ, ὡς γνωστόν, οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι δὲν κάνουν ἐπαναστάσεις.
Κι εἴναι ἀλήθεια ὅτι δὲν ξεσηκώθηκαν ποτὲ οἱ διορισμένοι, οὔτε κι ὅταν ἔκλεισε οὖλες τὶς ἐκκλησίες, τὸν Ἀπρίλιο τοῦ 1822, κι ἔτσι ὁ Κόντες μᾶς κατσικώθηκε στὸν σβέρκο μέχρις ὅτου τὸν σκότωσαν.
Κι ἐπειδὴ ἡ Ἐξουσία εἶναι γλυκειά, μᾶς κατσικώθηκε μετὰ ἀπὸ αὐτόν, ὁ ἀδελφός του ὁ Αὐγουστῖνος, τὸν ὁποῖο ὅμως τὸν ἔδιωξε κακὴν κακῶς ὁ λαός τοῦ Ναυπλίου. Μάλιστα, τοῦ πέταγαν λεμονόκουπες, ἀκόμα κι ὅταν μπῆκε στὴ ρώσικη φρεγάτα ποὺ θὰ τὸν πήγαινε μακριά. Καὶ ἀκούγονταν οἱ αὐθόρμητοι περιπαιχτικοὶ στίχοι:
"Μή, παιδιά, μὲ τὰ λεμόνια!
Ἔγια μόλα, ἔγια λέσα, ἕνας κόντες εἶναι μέσα!"».
























