Τα Μεσόγεια ήταν μια περιοχή πολύ κοντά στην Αθήνα την εποχή του ’40, όμως η επικοινωνία με την πρωτεύουσα δεν ήταν εύκολη.
Παρά ταύτα η είδηση του πολέμου μεταδόθηκε αστραπιαία και εκεί και τα παλικάρια της εποχής, από όλες της περιοχές, χωρίς να γνωρίζουν τον ενθουσιασμό της Αθήνας, δημιούργησαν τον δικό τους και αμέσως ξεκίνησαν για να φορέσουν το χακί.
Ο κορυφαίος λαογράφος και ποιητής Γιάννης Πρόφης στο βιβλίο του με τίτλο «Κατοχή, καπνοί και Ανεμώνες, (2004), και στο συγκεκριμένο ποίημα που αναδημοσιεύει με την άδεια του συγγραφέα το notioanatolika.gr, αποτύπωσε την κορυφαία στιγμή του αποχαιρετισμού της μάνας που μένει πίσω αγωνιώντας και του γιου που φεύγει ελπίζοντας στη νίκη.
ΜΑΝΑ:
Τι να ν’ αυτό, τι να ν’ αυτό
π’ ακούεται στο πρωινό;
Παράξενο το χτύπημα
καθόλου δε μ’ αρέσει.
Κάτι κακό θα γίνεται
κάτι κακό θα πέσει.
ΓΙΟΣ:
Φέρε μου, μάνα, το σταυρό
τα ρούχα που φοράω.
Φεύγω, πηγαίνω στο στρατό
στο μέτωπο θα πάω.
Μπήκαν στα σύνορα Ιταλοί
και ‘μεις τους είπαμ’ ΟΧΙ.
Πάμε να τους χτυπήσουμε
με όπλα και με λόγχη.
ΜΑΝΑ:
Παιδί μου, παλικάρι μου
βλαστάρι και καμάρι μου
Τι μαχαιριά στα στήθια!
Πες μου: Δε λες αλήθεια!
ΓΙΟΣ:
Μάνα, καιρό μη χάνουμε
μην κλαις και προσευχήσου.
Δε θέλω να βαρυγκωμάς
και δώς’ μου την ευχή σου.
ΜΑΝΑ:
Έλα, παιδί μου, κι άσε με
γλυκά να σε φιλήσω
να σε θωρήσω μια φορά
πριν σ’ αποχαιρετήσω.
Ολημερίς τις προσευχές
στην Παναγιά θα κάνω
μ’ αν δε γυρίσεις ζωντανός
να ξέρεις, θα πεθάνω
Άντε, παιδί μου, στο καλό...
Αχ, του πολέμου φρίκη!
Χτύπα τον άτιμο εχτρό
και να ‘ρθεις με τη νίκη.
ΓΙΟΣ:
Μανούλα μου, τον Ιταλό
θα τόνε κάνω πέρα
με το ντουφέκι θα ριχτώ
και θα φωνάζω «Αέρα!»
Έλα, μανούλα μου καλή
κι εγώ να σε φιλήσω
κι ένα να ξέρεις μοναχά:
Πως θα γυρίσω πίσω!
ΜΑΝΑ:
Άντε στο καλό
πάρε το σταυρό
διώξε τον εχτρό
θα σε καρτερώ.
























