
Είναι ανεξάντλητα τα αστεία περιστατικά που συνέβαιναν παντού στην Ελλάδα σε παλαιότερες εποχές κατά την περίοδο των δημοτικών και βουλευτικών εκλογών.
Και ήταν φυσικό να συνέβαιναν, γιατί το μορφωτικό επίπεδο του λαού ήταν ασύγκριτα χαμηλότερο από το σημερινό.
Οι δημοκρατικές διαδικασίες ήταν καινούργιες εμπειρίες για ένα λαό, που επί αιώνες έζησε κάτω από την τουρκική καταπίεση και αυθαιρεσία.
Η εξοικείωση με το καινούργιο πνεύμα δεν ήταν εύκολη υπόθεση και πέρασαν πολλές δεκαετίες ώστε να γίνει καθημερινό βίωμα.
Ειδικά για την περιοχή των Μεσογείων κάποιες προφορικές ή γραπτές μαρτυρίες μας δίνουν την ατμόσφαιρα των τότε εκλογικών διαδικασιών, με διάφορα περιστατικά.
Η γιαγιά Ελένη Δ. Κιούση, σχεδόν στα 95 της χρόνια (1980), θυμόταν γεγονότα και ονόματα με εκπληκτικές λεπτομέρειες από τα νεανικά της χρόνια. Γνώρισε καλά και τα δυο χωριά, Λιόπεσι και Κορωπί, αφού παντρεύτηκε το 1910 στο Κορωπί.
Στην αφήγησή, την οποία διέσωσε και μας μεταφέρει ο κορυφαίος Μεσογείτης λαογράφος και συγγραφέας Γιάννης Πρόφης, περιγράφει την προεκλογική ατμόσφαιρα στα χωριά των Μεσογείων εκείνη την εποχή:
«Στα χωριά μας βουλευτές και πολιτικοί ήταν ο Καλλιφουρνάς (σημ.: πρόκειται για τον Λάμπρο Καλλιφρονά), ο Αλέξ. Σκουζές, ο Ανδρέας Ψύλλας, ο Θεοδωράκης Λέκκας και άλλοι. Κόμματα είχανε ο Δεληγιάννης, ο Τρικούπης, ο Στραβοσουγιάς, ο Φαρμάκης και άλλοι.
Όταν ήτανε να γίνουν εκλογές, οι υποψήφιοι ερχόντουσαν από την Αθήνα στα χωριά για να μιλήσουνε στον κόσμο. Ερχόντουσαν με τις άμαξες, με άλογα και όλα τα μεγαλεία και ήντουσαν αρχοντικά ντυμένοι, με ρεπούμπλικες, κουστούμια και παπιόν.
Ο κόσμος υποδεχότανε τους πολιτευτές στα χωριά με νταούλια και πίπιζες. Στο Λιόπεσι οι υποψήφιοι ανεβαίνανε πάνω στο ψηλό πεζούλι, που υπήρχε μπροστά από το καφενείο της πλατέας του Δημοστένη και φωνάζανε δυνατά για να ακούγονται, γιατί τότε δεν υπήρχανε μικρόφωνα. Κάθε τόσο ο κομματάρχης έκοβε το λόγο κι έδινε το σύνθημα στον κόσμο να χειροκροτήσει και να φωνάξει «ζήτω».
Εγώ είχα δει τέτοιες συγκεντρώσεις από ένα συγγενικό σπίτι, που ήτανε κοντά στην πλατεία, γιατί στις ομιλίες πηγαίνανε μόνο άντρες και καμιά γυναίκα. Όταν τελείωνε η ομιλία, οι υποψήφιοι κατεβαίνανε και χαιρετάγανε τον κόσμο και τους τάζανε ρουσφέτια.
Υπήρχανε και μερικοί ντόπιοι, που μιλάγανε μόνο αρβανίτικα και δεν καταλαβαίνανε τα ελληνικά. Εκείνοι μαζευόντουσαν παρέες – παρέες και ρωτάγανε τους άλλους τι είχε πει προηγουμένως ο πολιτικός.
Αφού τελειώνανε τις χαιρετούρες, ξεκινάγανε όλοι μαζί, με τα νταούλια και τις πίπιζες και πηγαίνανε στο σπίτι του κομματάρχη για το τραπέζι, με τα ψημένα αρνιά. Καθόντουσαν κάτω οι πιο στενοί φίλοι, οι άλλοι όρθιοι και τρώγανε, πίνανε και χορεύανε.
Οι πολιτικοί λέγανε αστεία και ανέκδοτα. Αλλά τα έξοδα του τραπεζιού τα κάνανε οι ντόπιοι, που οι βουλευτές τους είχανε κάνει τα ρουσφέτια. Οι υποψήφιοι τρώγανε και πίνανε τζάμπα».
























